Το briefing των… διαψεύσεων και του «όλα καλά»

Δύσκολη δουλειά η κυβερνητική εκπροσώπηση όταν στη μία ερώτηση πρέπει να διαψεύσεις τη Wall Street Journal, στην επόμενη δημοσιεύματα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου και λίγο αργότερα να εξηγήσεις τι εννοούσαν τα στελέχη της κυβέρνησής σου λέγοντας για… κακομοίρηδες.
Κι αυτή ακριβώς τη δύσκολη δουλειά κλήθηκε να φέρει σε πέρας στο πρώτο briefing της εβδομάδας ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, στο επίκεντρο του οποίου βρέθηκε το δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας για την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και την φερόμενη αντιπαράθεσή της με τον Έλληνα υπουργό Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου.
Ερωτώμενος για το συγκεκριμένο περιστατικό ο Π. Μαρινάκης ήταν κατηγορηματικός ότι «Δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της ελληνικής κυβέρνησης και ούτε θα γινόταν ανεκτό». Απέρριψε επίσης την ύπαρξη πολιτικού εκβιασμού της ελληνικής κυβέρνησης από την Ουάσινγκτον για το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο.
Προκειμένου να ξεπεράσει τον σκόπελο –η Wall Street Journal δεν είναι… Ευαγγέλιο, ούτε είναι όμως τοπικό σχολικό εφημεριδάκι που δεν διασταυρώνει τα ρεπορτάζ που δημοσιεύει– ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άρχισε να απαριθμεί τις επενδύσεις της ExxonMobil και της Chevron επικαλούμενος ταυτόχρονα την ενεργειακή αναβάθμιση της χώρας μας. Σκοπός; Να υποβαθμιστεί το συμβάν δια της πλαγίας, δηλαδή με την λογική ότι η στρατηγική σχέση που έχουν χτίσει Ελλάδα και ΗΠΑ δεν αφήνει χώρο για τέτοιου είδους «παρεκτροπές».
Στη σειρά των διαψεύσεων προστέθηκε και το καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου. Ερωτηθείς για δημοσιεύματα της «Καθημερινής», της «Εστίας» και άλλων εφημερίδων περί ενδεχόμενου ελαφρού ανασχεδιασμού της διαδρομής του, ο Π. Μαρινάκης απάντησε: «Δεν γνωρίζω για κανέναν ανασχεδιασμό». Και πρόσθεσε: «Η ενημέρωση που έχω είναι ότι θα προχωρήσει το έργο με βάση τον αρχικό σχεδιασμό, όπως ακριβώς έχει περιγραφεί και από τους αρμόδιους υπουργούς».
Για ένα έργο τέτοιας στρατηγικής σημασίας οι διατυπώσεις του τύπου «δεν γνωρίζω για ανασχεδιασμό», «η ενημέρωση που έχω είναι ότι…» κλπ κλπ μάλλον πυροδοτούν τα σενάρια για νέα ελληνική υποχώρηση παρά κόβουν μαχαίρι τη δημόσια συζήτηση, ειδικά όταν δύο ελληνικές εφημερίδα που δεν συνηθίζουν να αερολογούν αποκαλύπτουν σε ισάριθμα ρεπορτάζ τους ότι Αθήνα και Παρίσι έχουν βάλει στο μικροσκόπιό τους την όδευση του GSI
Στο εσωτερικό μέτωπο, εξάλλου, η διαχείριση έγινε κατά περίπτωση. Για τον Σπύρο Κουλκουδίνα («Αν δεν έχεις 10 ευρώ για βενζίνη, να πας με τα μέσα μεταφοράς» είπε ο βουλευτής Πιερίας της ΝΔ), ο Π. Μαρινάκης επικαλέστηκε αποσπασματική προβολή της συνέντευξής του.
Για τις δηλώσεις Θεοχάρη («έχουμε τα κόμματα που εκπροσωπούν τον κακομοίρη…») ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναγνώρισε αστοχία, προσθέτοντας ότι ο υφυπουργός παραδέχθηκε το λάθος και ανασκεύασε. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες.
Όσο για την ακρίβεια, ο εκπρόσωπος παρέπεμψε στις ανακοινώσεις της 30ής Σεπτεμβρίου για τα καύσιμα κίνησης και της 14ης Οκτωβρίου για το πετρέλαιο θέρμανσης, επικαλούμενος τα δημοσιονομικά όρια και απορρίπτοντας τις προτάσεις της αντιπολίτευσης ως οικονομικά ανεύθυνες.
Οι πολίτες, βέβαια, γνωρίζουν από όρια: τα συναντούν στο υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Αυτό που περιμένουν είναι να μάθουν πόση πραγματική ανακούφιση θα φτάσει στην τσέπη τους.
Κάπως έτσι κύλησε το briefing: διαψεύσεις για τις αμερικανικές πιέσεις και το καλώδιο, διευκρινίσεις για τις δηλώσεις, αναμονή για τα καθημερινά. Η επικοινωνία έκανε τη δουλειά της. Η πραγματικότητα περιμένει ακόμη τη σειρά της.