Ποντάρουμε τα πάντα στην δημιουργική ασάφεια των Γάλλων

Στην Βενετία είναι ξακουστή μία μικρή σκεπαστή γέφυρα, η «Γέφυρα των Στεναγμών». Μία γέφυρα που συνδέει το δουκικό ανάκτορο «Παλάτσο Ντουκάλε» με τις φοβερές φυλακές της τότε Ενετίας». Η γέφυρα πήρε το όνομα της από τους αναστεναγμούς των φυλακισμένων, που μέσω αυτής της κλειστής διόδου έβλεπαν για τελευταία φορά την Βενετία.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Από αυτό το διάδρομο – γέφυρα οδηγούνταν οι φυλακισμένοι στο θρυλικό δωμάτιο του ανακτόρου «θάλαμο των τριών ιεροεξεταστών του κράτους» όπου και διεξάγονταν «εν κρυπτώ» οι δίκες, πριν της οποίας, ή ακόμη και κατά τη διάρκειά της, έφερναν τους φυλακισμένους δια μυστικής σκάλας από τη Σαλέτα στο υπόγειο δωμάτιο των βασανιστηρίων.
Κάπως έτσι εξελίσσεται και το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης από την Κρήτη στην Κύπρο. Μόνο που οι αναστεναγμοί ακούγονται από την Αθήνα, κάθε φορά που τα κυβερνητικά αφηγήματα καταρρέουν με πάταγο.
Διάγουμε τον Οκτώβριο του 2026 και το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης-Κύπρου (ένα έργο εξ ολοκλήρου χρηματοδοτούμενο από την Ε.Ε.)και με βάση τον σχεδιασμό που είχε γίνει την διετία 2015-2016, έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί από το 2022. Λόγω διαφόρων τεχνικών και ρυθμιστικών καθυστερήσεων, το ορόσημο μετακινήθηκε για τον Δεκέμβριο του 2023. Κι επειδή στην Ελλάδα ποτέ ένα έργο δεν ολοκληρώνεται στην ώρα του φτάσαμε στον Ιούλιο του 2024, όπου η Ελλάδα προέβη σε μία άτακτη υποχώρηση στην Κάσο. Τότε το ιταλικό ερευνητικό πλοίο «Ievoli Relume» πραγματοποιούσε θαλάσσιες έρευνες βυθού για την πόντιση του καλωδίου στην περιοχή μεταξύ Κάσου και Καρπάθου, έχοντας εξασφαλίσει σχετική ελληνική NAVTEX. Η Άγκυρα αμφισβήτησε την ελληνική δικαιοδοσία (επικαλούμενη το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και θεωρώντας ότι η περιοχή ανήκει στη δική της υφαλοκρηπίδα) και ανέπτυξε πέντε πολεμικά πλοία στην περιοχή, προχωρώντας σε παρενόχληση του ιταλικού ερευνητικού σκάφους.
Στην περιοχή έσπευσαν ελληνικά πολεμικά πλοία, όμως στο δια ταύτα, οι Ιταλοί σηκώθηκαν κι έφυγαν και με την ελληνική κυβέρνηση να διαψεύδει τα σενάρια υποχώρησης. Μάλιστα το ψέμα εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης είχε και περικεφαλαία, καθώς υποστηρίχθηκε ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν κανονικά. Μόνο που οι Ιταλοί παράτησαν το έργο μη έχοντας καμία όρεξη να εμπλακούν σε θερμό επεισόδιο. Δύο χρόνια αργότερα ο πρώην υπουργός και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Άγγελος Συρίγος, παραδέχθηκε δις ότι η Ελλάδα υποχώρησε δύο φορές για να αποφευχθεί σύρραξη.
Προ ολίγων 24ωρων ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο κατά την επίσκεψη του στην Αθήνα το έπαιξε Πόντιος Πιλάτος, δεν πήρε καμία σαφή θέση- όπως ανέμεναν οι κυβερνώντες- για την πόντιση του καλωδίου και με την φράση «βρείτε τα» νομιμοποίησε τις παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας. Δεν πρέπει να λησμονούμε το σκεπτικό των Τούρκων, ότι οι Ελληνοτουρκικές διαφορές δεν αφορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ και είναι καθαρά διακρατικές διαφορές. Δηλαδή ο αμερικανός ΥΠΕΞ ανέδειξε δια της πλαγίας οδού την τουρκική επιχειρηματολογία.
Και κάπως έτσι βαδίζουμε προς την 26η Οκτωβρίου, όπου είναι προγραμματισμένη η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στην Κάσο, αυτή τη φορά όχι της ιταλικής εταιρείας, αλλά της γαλλικής Meridiam. Σύμφωνα με τα όσα διαρρέονται από το Μαξίμου, Αθήνα και Παρίσι εμφανίζονται στο να συμφωνήσουν σε μια φόρμουλα που θα επιτρέψει την επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στην περιοχή, με την 26η Οκτωβρίου να βρίσκεται στον σχεδιασμό ως πιθανή ημερομηνία επανέναρξης των βυθομετρικών ερευνών.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή τη φορά η Γαλλία δεν περιορίζεται σε πολιτική υποστήριξη του έργου. Η απόκτηση του 66% του GSIν (αυτή είναι η ονομασία του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης-Κύπρου-Ισραήλ) από τον γαλλικό επενδυτικό όμιλο Meridiam έχει μεταβάλει τα δεδομένα, καθώς το Παρίσι διαθέτει πλέον άμεσο οικονομικό και στρατηγικό συμφέρον για την ολοκλήρωση της διασύνδεσης. Παράλληλα, η επίσης γαλλική Nexans είναι η εταιρεία που έχει αναλάβει την κατασκευή και πόντιση του καλωδίου.
Η γαλλική φόρμουλα και η «δημιουργική ασάφεια»
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που βρίσκεται υπό διαμόρφωση, η Nexans θα ενημερώσει την Άγκυρα ότι πρόκειται να πραγματοποιήσει βυθομετρικές έρευνες σε διεθνή ύδατα ανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου. Ταυτόχρονα θα ζητήσει από την Αθήνα την προβλεπόμενη άδεια για τις εργασίες, όπως επιβάλλεται από τη σχετική σύμβαση.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η λεπτή – αλλά εξαιρετικά σημαντική – διαφορά πάνω στην οποία επιχειρείται να οικοδομηθεί η λύση. Όπως ισχυρίζεται η Αθήνα «οι Γάλλοι θα ενημερώσουν απλά την Τουρκία, όπως θα κάνουν και με τις άλλες παράκτιες χώρες (Ελλάδα και Κύπρος) για τις εργασίες που θα ξεκινήσουν, αλλά δεν θα ζητήσουν την άδεια των γειτόνων μας».
Η Αθήνα θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να ζητηθεί τουρκική έγκριση για τις συγκεκριμένες εργασίες, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεση αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας σε θαλάσσιες περιοχές όπου η Ελλάδα δεν την αποδέχεται. Η Άγκυρα, από την πλευρά της, επιμένει ότι στις περιοχές που θεωρεί τμήμα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας πρέπει να προηγείται συνεννόηση, συντονισμός και ειδική άδεια. Και όπως πολλάκις έχει αναφέρει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «χωρίς την άδεια της Τουρκίας δεν θα προχωρήσει κανένα έργο».
Η φόρμουλα που εξετάζουν οι Γάλλοι ουσιαστικά θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να διατηρήσουν τις νομικές και πολιτικές θέσεις τους χωρίς να εμποδιστεί εκ νέου το έργο. Η Τουρκία θα μπορεί να παρουσιάσει την ενημέρωσή της ως αίτημα άδειας, ενώ Αθήνα και Παρίσι θα επιμείνουν ότι έγινε μια απλή γνωστοποίηση των εργασιών και η οποία δεν συνιστά σε καμία περίπτωση αίτημα έγκρισης. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια «δημιουργική ασάφεια» με γαλλική σφραγίδα, η οποία όμως θα κριθεί όχι στις διπλωματικές διατυπώσεις, αλλά στη θάλασσα, όταν το ερευνητικό πλοίο επιχειρήσει πράγματι να πραγματοποιήσει τις εργασίες. Διότι οι λεονταρισμοί Γεραπετρίτη πως «θα απαντήσουμε επί του πεδίου» δεν πείθουν ούτε παιδιά του Δημοτικού σχολείου.
«Δεν ζητάμε άδεια» λέει η Αθήνα
Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί τις τελευταίες ημέρες να καταστήσει απολύτως σαφή αυτή τη διάκριση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει επαναλάβει ότι «δεν χρειάζεται κάποια άδεια για να προχωρήσει αυτό το έργο», σημειώνοντας παράλληλα ότι «Ελλάδα, Κύπρος και Γαλλία βρίσκονται στην ίδια σελίδα».
Η γαλλική εμπλοκή, ωστόσο, αλλάζει σημαντικά και το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Δεν θα βρίσκεται πλέον απέναντι στις τουρκικές αντιδράσεις μόνο η Αθήνα, όπως συνέβη όταν οι έρευνες ανατολικά της Κάσου ανεστάλησαν το 2024 μετά την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Η Γαλλία έχει πλέον επενδυτική συμμετοχή στο έργο, γαλλική εταιρεία κατασκευάζει το καλώδιο και το Παρίσι έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την υλοποίησή του. Το πραγματικό τεστ, πάντως, παραμένει μπροστά. Η ενημέρωση της Άγκυρας μπορεί να λύσει το διπλωματικό αδιέξοδο μόνο εφόσον η Τουρκία αρκεστεί πράγματι στην ενημέρωση και δεν επιχειρήσει να μετατρέψει τη διαδικασία σε αναγνώριση δικαιώματος έγκρισης.
Γι’ αυτό και η 26η Οκτωβρίου, εφόσον επιβεβαιωθεί ο σχεδιασμός, δεν θα είναι απλώς μια ημερομηνία επανέναρξης τεχνικών εργασιών. Θα αποτελέσει το πρώτο πραγματικό τεστ της γαλλικής φόρμουλας και, κυρίως, της δυνατότητας να προχωρήσει επιτέλους το καλώδιο χωρίς η Ελλάδα να αποδεχθεί επί του πεδίου τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Η εμπλοκή με την συμφωνία
Όμως το θέμα λαμβάνει πλέον άλλες διαστάσεις μετά την υπογραφή της συμφωνίας Γαλλίας-Τουρκίας με την υπογραφή την 3η Οκτωβρίου του «Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας». Η ελληνική κυβέρνηση την θεωρεί ένα απλό τυπικό διπλωματικό γεγονός. Αν και το ακριβές περιεχόμενο του «Οδικού Χάρτη» δεν έχει δημοσιοποιηθεί, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν πρόκειται για ένα αμυντικό σύμφωνο, ούτε για συμφωνία στρατιωτικής συνδρομής. Η τουρκική πλευρά βέβαια δηλώνει ότι ο στόχος του «Οδικού χάρτη» είναι να αναπτύξει περαιτέρω την αμυντική συνεργασία των δύο χωρών, να ενισχύσει τον στρατηγικό διάλογο και να δημιουργήσει τακτικές επαφές. Από την πλευρά τους οι Γάλλοι «μυρίστηκαν» χρήμα και θέλουν να πουλήσουν τα όπλα τους. Οι Γάλλοι, από την άλλη, διαβεβαιώνουν την Ελλάδα ότι παραμένουν πιστοί στο «σύμφωνο αμυντικής συνδρομής». Και βέβαια αυτή η συμφωνία των Γάλλων με την Τουρκία διαψεύδει τις προσδοκίες κάποιων κύκλων ότι «οι Γάλλοι θα μας λύσουν τον γρίφο της Κάσου»!
Η Άγκυρα ακολουθεί εδώ και χρόνια μια συγκεκριμένη πολιτική των αμυντικών της συνεργασιών. Η συνεργασία με τις ΗΠΑ, η ανάπτυξη σχέσεων με τη Βρετανία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και η διεύρυνση της αμυντικής της βιομηχανικής βάσης, αποτελούν τμήματα μιας ευρύτερης στρατηγικής που η Αθήνα παρακολουθούσε όλα αυτά τα χρόνια αμήχανα και αδύναμη να αντιδράσει. Τώρα προστίθεται και ένας περισσότερο θεσμοποιημένος γαλλο-τουρκικός αμυντικός δίαυλος. Πάντως δεν δικαιολογείται αιφνιδιασμός. Κατά τη συνάντηση Ερντογάν-Μακρόν στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο(εκεί όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέμεινε άφωνος επί ένα διήμερο), συζητήθηκε μεταξύ άλλων και η διμερής αμυντική συνεργασία. Ο Μακρόν χαρακτήρισε τότε τη συζήτηση εποικοδομητική και δήλωσε ότι υπήρξε συμφωνία για συνέχιση της συνεργασίας σε υπουργικό επίπεδο. Τρεις μήνες αργότερα, η πολιτική αυτή επαφή μετατράπηκε σε συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο. Και αυτό αναπόδραστα δημιουργεί προβληματισμό σε όλους τους λογικούς ανθρώπους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Baykar και της γαλλικής Safran. Τον Μάιο του 2026 οι δύο εταιρείες υπέγραψαν στρατηγική συμφωνία συνεργασίας στον τομέα των αισθητήρων, των οπλικών συστημάτων και των προηγμένων τεχνολογιών πλοήγησης. Η συνεργασία προβλέπει, μεταξύ άλλων, την ενσωμάτωση συστημάτων Safran Euroflir στα τουρκικά UAV Bayraktar TB2, καθώς και ευρύτερη συνεργασία σε έξυπνα όπλα και συστήματα πλοήγησης. Ακόμη σημαντικότερη είναι η συνεργασία Baykar-Leonardo. Οι δύο εταιρείες δημιούργησαν το 2025 την LBA Systems, μια ισότιμη κοινοπραξία 50-50 με έδρα την Ιταλία, η οποία δραστηριοποιείται στον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την παραγωγή και την υποστήριξη μη επανδρωμένων αεροπορικών συστημάτων. Η Leonardo εισφέρει συστήματα αποστολής, ηλεκτρονικά, αισθητήρες, C4I και τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η Baykar την τεχνογνωσία και τις πλατφόρμες UAV.
Το μεγάλο μάθημα για την Ελλάδα
Η ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση, ότι επειδή η Γαλλία είναι στρατηγικός εταίρος της Ελλάδας, θα λειτουργεί ως μόνιμος περιορισμός της Τουρκίας. Τα ίδια ισχύουν και για την Αίγυπτο, αλλά και για το Ισραήλ.
Η γαλλική στρατηγική αυτονομία περιλαμβάνει την προσπάθεια δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού αμυντικού οικοσυστήματος, μέσα στο οποίο η Γαλλία θέλει να έχει κεντρικό ρόλο. Η Τουρκία αποτελεί ένα υπολογίσιμο μέγεθος. Άρα για το Παρίσι η συνεργασία με την Άγκυρα μπορεί να έχει δική της στρατηγική αξία.
Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έκανε σημαντικές επιλογές εξοπλισμού από τη Γαλλία, όπως είναι τα Rafale, οι φρεγάτες FDI/Belharra και σχετικά οπλικά συστήματα. Αυτές οι επιλογές ενίσχυσαν τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, όπως ταυτόχρονα ενίσχυσαν την γαλλική οικονομία. Και το ζητούμενο είναι για ποιον λόγο παρά τις τόσες αγορές που κάναμε η κυβέρνηση δεν εξασφάλισε το ότι η αμυντική συνεργασία με τη Γαλλία δεν θα παραμείνει απλώς σχέση αγοραστή-προμηθευτή. Χρειάζεται βιομηχανική συνεργασία, συμπαραγωγές, τεχνολογική μεταφορά, συντήρηση στην Ελλάδα, συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στην εφοδιαστική αλυσίδα και πρόσβαση σε ευρωπαϊκά προγράμματα.
Το μάθημα του νέου γαλλοτουρκικού διαύλου
Δυστυχώς η Ελλάδα μοιάζει σα ί να περιμένει να διαμορφωθεί η νέα ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική και μετά να αντιδράσει. Δεν φαίνεται να είναι στον πυρήνα της διαμόρφωσης της νέας ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής. Τουναντίον παρουσιάζει μία εικόνα ότι «σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις».
Ήδη αν και είμαστε εταίροι με την Γαλλία και την έχουμε χρυσοπληρώσει μάλλον δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς περιλαμβάνει ο γάλλο-τουρκικός «Οδικός Χάρτης» και κατά πόσο αποδυναμώνει την Ελληνογαλλική Αμυντική Συμφωνία που εμπεριέχει και ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης.
Η Γαλλία ακολουθεί τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα και η Τουρκία τα δικά της. Το αμείλικτο ερώτημα είναι, ποια είναι η αντίστοιχη ελληνική στρατηγική που καθορίζει τα δικά μας; Έχουμε άραγε στρατηγική; Γιατί μια χώρα δεν μπορεί να οικοδομεί την εθνική της ασφάλεια πάνω στην υπόθεση ότι κάποιος τρίτος θα προστατεύει εσαεί τα συμφέροντά της. Οι συμμαχίες είναι πολλαπλασιαστής ισχύος, όχι υποκατάστατο εθνικής ισχύος.
Πρέπει πάντοτε πριν πούμε το οτιδήποτε να λαμβάνουμε υπόψη πάντα την θεμελιώδη αρχή της διεθνούς πολιτικής: Τα κράτη δεν έχουν μόνιμους φίλους και μόνιμους αντιπάλους. Έχουν μόνιμα συμφέροντα.