Ελλάδα-ΗΠΑ: Υπόδειγμα συμμάχου ή υπόδειγμα πελάτη;

Στα μέρη του Μάρκο Ρούμπιο, στη Φλώριντα, το λένε «Too much ado about nothing». Στα δικά μας μέρη, πάλι, το λέμε «πολύ κακό για το τίποτα». Είτε στα αγγλικά ειπωθεί είτε στα ελληνικά, η ουσία είναι ίδια και λέει ότι η διήμερη επίσκεψη του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Αθήνα δεν άφησε πίσω της την επίγευση ότι η περιβόητη στρατηγική σχέση Ελλάδας-ΗΠΑ είναι ισότιμα στρατηγική και ότι είναι όντως… σχέση
Η ΑΠΟΨΗ
Η αλήθεια είναι ότι επί των τύπων και των… τιμών, ο κουβανικής καταγωγής υπουργός Εξωτερικών της αστερόεσσας μόνο φειδωλός δεν ήταν στα κομπλιμέντα προς τη χώρα μας και κατά συνέπεια προς την κυβέρνηση. Ενδεικτικό την αβροφροσύνης του Αμερικανού διπλωμάτη είναι ότι πριν καν πατήσει ελληνικό έδαφος, είχε φροντίσει να χαϊδέψει τα αυτιά του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Εξωτερικών μέσω των social media, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα «Σταθερό και ικανό σύμμαχο του ΝΑΤΟ» και τη διμερή συνεργασία «πιο ισχυρή από ποτέ».
Ο Μάρκο Ρούμπιο δεν αρκέστηκε, βεβαίως, στα παραπάνω. Στις κοινές δηλώσεις του με τον Έλληνα ομόλογό του Γιώργο Γεραπετρίτη αποκάλεσε την Ελλάδα «πηγή σταθερότητας σε έναν ασταθή κόσμο» εξαίροντας την ελληνική συνεισφορά στην κοινή άμυνα και την προθυμία ανάληψης συμμαχικών βαρών.
Όταν δε πέρασε το κατώφλι του πρωθυπουργικού μεγάρου της Ηρώδου Αττικού για να συναντήσει τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας έκανε λόγο για «έναν τόσο ισχυρό εταίρο». Στην ομιλία του, τέλος, στην Πνύκα, ο Μάρκο Ρούμπιο, αν και μίλησε περισσότερο έχοντας στο μυαλό του το αμερικανικό ακροατήριο του MAGA («Make America Great Again») παρά για τους Έλληνες «οικοδεσπότες» του, εκθείασε εκ νέου τη χώρα μας ως «αναντικατάστατο φίλο» για Ευρώπη και ΗΠΑ και ως «υπόδειγμα συμμάχου» και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
Αμοιβαιότητα με αστερίσκους
Η παραδοξότητα στην «αποδελτίωση» της επίσκεψης Ρούμπιο στην Ελλάδα είναι ότι ο Αμερικανός ΥΠ.ΕΞ., εν τέλει, δεν υπερέβαλε στους χαρακτηρισμούς του για τη χώρα μας. Κι αυτό διότι η Ελλάδα είναι αναμφισβήτητα «υπόδειγμα συμμάχου» και η αμερικανική πλευρά έχει κάθε λόγο να το υπογραμμίζει, αφού η Ουάσινγκτον βρίσκει στην Αθήνα έναν πρόθυμο εταίρο, διαθέσιμες στρατηγικές υποδομές, μία μεγάλη (για το γεωγραφικό και οικονομικό της μέγεθος) αγορά στην οποία πουλάει τα οπλικά της συστήματα, αλλά και μία πύλη μέσω της οποία προωθεί το ακριβό φυσικού της αέριο στην Ευρώπη.
Το ερώτημα είναι, αν με κριτήριο την αντίστοιχη ικανοποίηση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων και δεδομένου του αξιώματος ότι οι συμμαχίες κρίνονται στην αμοιβαιότητα, η Ελλάδα μπορεί να επικαλεστεί το ίδιο πράγμα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν πιστέψουμε τις κυβερνητικές διαρροές αλλά και τα όσα είπε το πρωί της Παρασκευής ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο… συμμαχικό με το Μαξίμου ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ, το αποτύπωμα της επίσκεψης του ΥΠ.ΕΞ. των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα είναι θετικό και επιβεβαίωσε το «βάθος» της στρατηγικής σχέσης των δύο χωρών.
Θα ήταν αφελές να πιστέψει κάποιος ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να παραδεχτεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και μάλιστα δημοσίως ότι ο λογαριασμός της επίσκεψης Ρούμπιο είναι χρεωστικός για την Ελλάδα, ειδικά όταν την τελευταία επταετία της δικής του διακυβέρνησης η χώρα μας έχει προσδεθεί κατ΄ απόλυτο τρόπο στο άρμα της Ουάσινγκτον.
Όσο, όμως, κι αν ο πρόεδρος της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας διακηρύσσει την πεποίθησή του ότι «η περαιτέρω εμβάθυνση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων μόνο ωφέλιμη μπορεί να είναι για την πατρίδα μας», αρκεί το πρόσφατο ιστορικό-«δεδικασμένο» των σχέσεων Αθήνας-Ουάσινγκτον για να τον διαψεύσει, καθώς για την ώρα την ωφέλεια την απολαμβάνει σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα το ένα μέρος της συμμαχίας. Και τα παραδείγματα είναι αρκετά…
Κεφάλαιο «Σούδα-Αλεξανδρούπολη»
Το μακρινό 1990, η Ελλάδα έβαλε την υπογραφή της σε ένα διμερές αμυντικό σύμφωνο με τις ΗΠΑ που είχε τον τίτλο Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defence Cooperation Agreement -MDCA) και που παρά τις τροποποιήσεις-ανανεώσεις που υπέστη στη διαδρομή του χρόνου το περιεχόμενό της παραμένει το ίδιο: ρυθμίζει την παρουσία, τη χρήση και τις επενδύσεις των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σε ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και βάσεις όπως στη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη, τη Λάρισα, το Στεφανοβίκειο και τον Βόλο.
Θυμίζεται ότι μέσω αυτής της συμφωνίας η Ελλάδα έχει προσφέρει στις ΗΠΑ εξαιρετικά διευρυμένη στρατιωτική πρόσβαση, με την ίδια την Ουάσιγκτον να περιγράφει την MDCA ως συμφωνία που παρέχει στις αμερικανικές δυνάμεις «access, basing and overflight» (μτφ.: «πρόσβαση, στρατοπέδευση και υπερπτήση»), χαρακτηρίζοντας μάλιστα τη Σούδα και την Αλεξανδρούπολη κρίσιμες για τις αμερικανικές επιχειρησιακές ανάγκες.
Το πόσο κρίσιμες είναι για τις ΗΠΑ οι υποδομές σε Σούδα και Αλεξανδρούπολη το είδαμε στις αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αυτό που ακόμη δεν έχουμε δει –και μάλλον δεν πρόκειται να το δούμε– είναι ένα πραγματικό και, κυρίως, χειροπιαστό αντάλλαγμα για την Ελλάδα.
Διότι, παρά τη στρατηγική αναβάθμιση της χώρας, τις εξοπλιστικές συνεργασίες και τις επανειλημμένες αμερικανικές διαβεβαιώσεις περί ισχυρής συμμαχίας, η Αθήνα δεν έχει εξασφαλίσει κάποια ειδική, δεσμευτική αμερικανική εγγύηση για την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων έναντι του τουρκικού νέο-οθωμανικού αναθεωρητισμού.
Αντιθέτως, όταν ανακύπτουν ελληνοτουρκικές εντάσεις, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί κατά κανόνα να τηρεί πολιτική ίσων αποστάσεων, προκρίνοντας τη συνοχή του ΝΑΤΟ έναντι της σαφούς τοποθέτησης υπέρ των ελληνικών θέσεων. Την ίδια ώρα λοιπόν που διαμορφώνεται μία εμφανής ασυμμετρία, η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσφέρει γη και ύδωρ –μεταφορικά και κυριολεκτικά– στις ΗΠΑ, αρνούμενη φοβικά να χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό όπλο τη συμμαχική στήριξή της στην αστερόεσσα και να απαιτήσει σαφή πολιτικά ανταλλάγματα. Αποτέλεσμα; Αρκείται στο «τσάι και συμπάθεια» που προσφέρουν ανέξοδα οι ΗΠΑ μέσω διπλωματικών επαίνων και έωλων προσδοκιών στήριξης.
Κεφάλαιο «Ενεργεία και GSI»
Δεν υπάρχει γκουρού της οικονομίας ανά τον κόσμο που να μην ισχυρίζεται ότι οι κρίσεις δημιουργού ευκαιρίες. Η πολεμική κρίση που ξεκίνησε στην Ουκρανία με την εισβολή της Ρωσίας τον Φεβρουάριο του 2022 δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα, που εν προκειμένω «γέννησε» μία τεράστια ευκαιρία στις ΗΠΑ για χρυσοφόρες μπίζνες στον παγκόσμιο ενεργειακό κλάδο. Ως γνωστόν το ευρωπαϊκό εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο δημιούργησε ένα τεράστιο κενό στην προσφορά των πολύτιμων για τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά καυσίμων, το οποίο ήρθαν να καλύψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η χώρα του Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστεί πλέον σε κορυφαίο εξαγωγέα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στον κόσμο, με τις εκτιμήσεις των ειδικών να λένε ότι έως το 2030 οι ΗΠΑ αναμένεται να καλύπτουν έως και το 30% της παγκόσμιας αγοράς LNG.
Στο πλαίσιο των αγαστών σχέσεων της ελληνικής με την αμερικανική κυβέρνηση η Ελλάδα δεν άργησε να βάλει πλάτη στις ενεργειακές μπίζνες του «θείου Σαμ». Έτσι τον Νοέμβριο του 2025 η αμερικανική εταιρεία Venture Global Inc. σύναψε στρατηγική μακροχρόνια συμφωνία με την ελληνική κοινοπραξία Atlantic – SEE LNG Trade στην οποία συμμετέχουν η AKTOR κατά 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας κατά 40%, με αντικείμενο της μεταφορά αμερικανικού LNG στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης μέσω του Κάθετου Διαδρόμου (Vertical Corridor), δηλαδή την όδευση φυσικού αερίου που μεταφέρει αέριο από τη χώρα μας προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία, και ακόμη μακρύτερα προς τη Μολδαβία και την Ουκρανία.
Με βάση το κυβερνητικό αφήγημα η «βοήθεια» προς τις ΗΠΑ αποφέρει σημαντικά γεωστρατηγικά, οικονομικά και ενεργειακά οφέλη που όμως επί του πρακτέου μοιάζουν τουλάχιστον νεφελώδη. Ο λόγος ευκολονόητος: Ότι η αναγόρευση της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο, η αξιοποίηση των υποδομών και η κερδοφορία επιχειρήσεων, ελληνικών ή αμερικανικών, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε φθηνότερη τιμή ενέργειας για τον Έλληνα καταναλωτή ούτε σε ισχυρότερη προστασία των ελληνικών θέσεων. Αντιθέτως, η χώρας μας αναλαμβάνει τα καθήκοντα ενός τρόπον τινά μεταπράτη-μεταφορέα, δίχως μάλιστα να τυγχάνει μιας αξιόλογης εκπτωτικής τιμολόγησης για το πανάκριβο αγαθό που μεταφέρει και χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της.
Στο ενεργειακό ζήτημα, εξάλλου, του υποθαλάσσιου καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, το οποίο άπτεται άμεσα των ελληνοτουρκικών σχέσεων και με την Άγκυρα να ανεβάζει τα ντεσιμπέλ της επιθετικής ρητορικής και των απειλών της, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και κατ΄ επέκταση ο Λευκός Οίκος τάσσονται μεν υπέρ της υλοποίησης των ενεργειακών διασυνδέσεων και υπογραμμίζουν τη σημασία τους για την ενεργειακή ασφάλεια αλλά μέχρι εκεί.
Ενδεικτικό της αμερικανικής ουδετερότητας που ακυρώνει τις επικοινωνιακές μεγαλοστομίες είναι το γεγονός πως όταν το «γεράκι» της αμερικανικής διπλωματίας ρωτήθηκε για το θέμα του καλωδίου στο πλαίσιο της κοινής συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε με τον Γιώργο Γεραπετρίτη, ο Ρούμπιο εμφανίστηκε ως άλλος Πόντιος Πιλάτος και απέφυγε να καταδικάσει τις παράνομες βάσει Διεθνούς Δικαίου απαιτήσεις της Άγκυρας που επιμένει να υποστηρίζει ότι εργασίες σε θαλάσσιες περιοχές που θεωρεί ότι εμπίπτουν στην τουρκική υφαλοκρηπίδα θα πραγματοποιηθούν εφόσον προηγηθεί «συντονισμός» μαζί της.
«Προφανώς, ορισμένα από τα ζητήματα που επισημάνατε και κάποια από τα θέματα για τα οποία ρωτήσατε συνδέονται με μια πολύ λεπτή κατάσταση, στην οποία εμπλέκονται και άλλες χώρες. Δεν θα πω ποιες, αλλά πρόκειται για χώρες που εμπλέκονται σε ορισμένα από τα ζητήματα τα οποία περιπλέκουν την κατάσταση» είπε χαρακτηριστικά ο Ρούμπιο και συμπλήρωσε: «Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ζητήματα αυτού του είδους, τόσο ευαίσθητα και τόσο κρίσιμα, είναι πιθανότατα καλύτερο να αντιμετωπίζονται μέσω διπλωματίας κατ’ ιδίαν, έξω από το πλαίσιο των συνεντεύξεων Τύπου.».
Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι θέλουν το καλώδιο, αλλά δεν προθυμοποιούνται να αναλάβουν τον ρόλο του πολιτικού εγγυητή της «υποδειγματικής» –κατά δήλωσής τους– συμμάχου Ελλάδας απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις. Ούτε αποδοκιμασία των τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων είδαμε, ούτε συμπαράσταση στην ελληνική θέση ότι για τις σχετικές εργασίες δεν απαιτείται άδεια της Άγκυρας. Αντίθετα, ο κύριος Ρούμπιο παρέπεμψε τον… μουτζούρη στη διπλωματία και ούτε λίγο ούτε πολύ διαμήνυσε στην κυβέρνηση Μητσοτάκη «κάντε διάλογο με την Τουρκία και βρείτε τα», με τον Γιώργο Γεραπετρίτη δίπλα του να ακούει και να μην αρθρώνει έστω έναν θεσμικό αντίλογο. Αν έχεις τέτοιους συμμάχους, τι να τους κάνεις τους εχθρούς…
Κεφάλαιο «Άμυνα και εξοπλισμοί»
Ο πόλεμος θεωρείται από τους ιστορικούς ως μια εξαιρετικά κερδοφόρα «επιχείρηση» καθώς αυτής καθ’ αυτής της καταστροφής που προκαλεί μια στρατιωτική σύρραξη πάντα ακολουθεί η χρυσοφόρα… μπίζνα της ανοικοδόμησης, ενώ ακόμη και υπό τον φόβο μιας πιθανής πολεμικής αναμέτρησης τα εμπλεκόμενα μέρη σπεύδουν να εκσυγχρονίσουν το οπλοστάσιο τους με εύλογα κερδισμένους τους πωλητές.
Με την δεύτερη εκδοχή να «κουμπώνει» απόλυτα στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών, τεκμηριώνεται πέραν κάθε αμφιβολίας ότι η περίφημη ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της Ελλάδας έναντι του «πειρατή» γείτονά της λειτουργεί μονοδιάστατα και με όρους καθαρής εμπορικής συναλλαγής, χωρίς μάλιστα την… «after sales» υποστήριξη (σ.σ. διπλωματική και στρατιωτική) επί του πεδίου.
Οι αριθμοί είναι καταλυτικοί: χωρίς να υπολογίζεται το κόστος προμήθειας των 24 μαχητικών Rafale και των 4 φρεγατών Belharra (πάνω από 7 δισ. ευρώ) και δίχως επίσης να μπαίνουν στον λογαριασμό τα περίπου 3 δισεκατομμύρια που θα κοστίσει στη χώρα μας το «χτίσιμο» της «Ασπίδας του Αχιλλέα», ο Μάρκο Ρούμπι επέστεψε στην πατρίδα του έχοντας κλείσει ακόμη ένα εξοπλιστικό deal ύψους 4 δισ. δολαρίων.
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ που έχουν δει το φως της δημοσιότητας η Αθήνα φέρεται να έχει συμφωνήσει στην προμήθεια αμερικανικών πυραύλων και βομβών ακριβείας, που προορίζονται τόσο για τα υφιστάμενα F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας όσο και για τα 20 υπερσύγχρονα F-35 που έχει παραγγείλει η χώρα, στην μελλοντική αναβάθμιση των 37 F-16 Block 50 στην έκδοση Viper, στην πληρωμή των ΗΠΑ για δαπάνες συντήρησης και υποστήριξης των παλαιότερων F-16, καθώς και για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων υποστήριξης των ελικοπτέρων MH-60 του Πολεμικού Ναυτικού και των Black Hawk, οι παραδόσεις των οποίων προγραμματίζεται να αρχίσουν το 2027.
Σημειωτέον ότι όλη αυτή η εθνική οικονομική αιμορραγία λαμβάνει χώρα την ώρα που η Ελλάδα είναι μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, έχει υπογράψει συμφωνία αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία αν η χώρα μας δεχτεί επίθεση, και με τον ΥΠ.ΕΞ. του Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει από τας Αθήνας ότι το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης «είναι κάτι αδιανόητο, που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να επιτρέψουμε να συμβεί και που δεν πιστεύω ότι θα συμβεί».
Αν είναι όντως έτσι τα πράγματα, δεν έχουν οι ΗΠΑ παρά να αγκυροβολήσουν ένα από τα αεροπλανοφόρα τους κάπου στα μεταξύ Κρήτης και Κάσου και να μας γλυτώσουν και από τις γεωπολιτικές σκοτούρες και από τα έξοδα. Αρκεί βεβαίως να μην αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης Ελλάδας-Τουρκίας με τον τρόπο που το έκαναν το 1996 στα Ίμια, γιατί έκτοτε ελληνική σημαία στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ βραχονησίδα δεν μπορούμε να σηκώσουμε…