ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ vs ΤΣΙΠΡΑΣ: Ο διαβασμένος και ο αδιάβαστος

Αν πιστέψουμε τους δημοσκόπους στις ερχόμενες εθνικές εκλογές κρίνονται δύο πράγματα. Το πρώτο είναι αν η Νέα Δημοκρατία, την οποία όλοι εκτιμούν ότι θα κόψει πρώτη το νήμα, πιάσει το όριο του 25% που της δίνει το κλιμακωτό μπόνους. Και το δεύτερο ποιος από το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛ.Α.Σ. θα είναι στην 2η θέση και ποια θα είναι η απόσταση από τη Νέα Δημοκρατία.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Διότι εάν η απόσταση είναι μικρή μέχρι πέντε ποσοστιαίες μονάδες, τότε ο δεύτερος των πρώτων εκλογών έχει δικαίωμα στο όνειρο, καθώς ο τρίτος είναι δεδομένο ότι θα πιεστεί στις δεύτερες εκλογές, καθώς η πλειοψηφία των πολιτών, όπως φαίνεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις επιθυμεί την πολιτική αλλαγή. Οπότε η μάχη ΠΑΣΟΚ-ΕΛ.Α.Σ. έχει ανάψει για τα καλά σε όλα τα επίπεδα.
Και παρά το γεγονός ότι σε πολλά από τα καυτά θέματα, όπως είναι η ακρίβεια, τα καύσιμα, τα Τέμπη, υπάρχει σημείο επαφής, εν τούτοις σε επίπεδο ηγεσίας υπάρχει χάσμα. Και πέρα από το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των δύο ηγετών ακόμη κι εκεί όπου οι προτάσεις τους είναι παρεμφερείς, υπάρχουν μικρές ομολογουμένως διαφορές, οι οποίες αντί να τους φέρουν πιο κοντά τους απομακρύνουν.
Κατ’ αρχήν, τόσο ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, όσο και ο πρώην πρωθυπουργός έχουν τον ίδιο στόχο. Να καταλάβουν εξ’ ολοκλήρου, ή έστω σε πολύ μεγάλο βαθμό τον πολιτικό χώρο της κεντροαριστεράς. Να αλώσουν ότι κινείται σε αυτόν τον χώρο. Όπως στο παρελθόν έκαναν όλες οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ κι εν μέρει ο Αλέξης Τσίπρας στις εκλογές του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου του 2015.
Από την πλευρά του το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να συνδέσει την πίεση προς το Μέγαρο Μαξίμου με συγκεκριμένες προτάσεις και κοινοβουλευτικές κινήσεις. Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος μετά την επιστροφή του στην πρώτη γραμμή επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση σε υψηλότερους τόνους, επενδύοντας περισσότερο στη μετωπική πολιτική σύγκρουση.
Η διαφορά Ανδρουλάκη και Τσίπρα δεν είναι απλώς θέμα ύφους. Είναι μία αλληλουχία γεγονότων που ξεπερνάει την προσωπική εμβέλεια των δύο πολιτικών ηγετών. Από την μία ο Νίκος Ανδρουλάκης επενδύει στον ευρωπαϊκό αέρα και στις γνώσεις που απέκτησε από την δεκαετή θητεία του ως ευρωβουλευτής, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας μοιάζει σαν να κάνει εντατικά μαθήματα για να ξαναθυμηθεί τα βασικά ζητήματα που τα είχε παρατήσει από τότε που αποχώρησε από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιούνιο του 2023. Ο πρώην πρωθυπουργός επενδύει περισσότερο στην ετυμολογία του και στην προσωπική του λάμψη, παρά στο να προχωρήσει σε μία ολοκληρωμένη πρόταση που θα είναι και λύση σε ένα πρόβλημα.
Η συγκεκριμένη διαφορά του Νίκου Ανδρουλάκη και του Αλέξη Τσίπρα έγινε εμφανής- ακόμη και στους πλέον αδαείς επί της πολιτικής- με τις επισκέψεις που πραγματοποίησαν στην Θεσσαλονίκη, στο λιμάνι όπου το είχαν αποκλείσει οι αλιείς, διαμαρτυρόμενοι επειδή πετρέλαιο που χρησιμοποιούν στις μηχανότρατες τους σχεδόν τριπλασιάστηκε. Πρώτος επισκέφθηκε τους διαμαρτυρόμενους, ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος ναι μεν αναγνώρισε ως δίκαια τα αιτήματα τους, ζητώντας από την κυβέρνηση να τους δικαιώσει. Όμως δεν πρότεινε τίποτε άλλο. Την επομένη τους διαμαρτυρόμενους αλιείς επισκέφθηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος ζήτησε από την κυβέρνηση να ενεργοποιήσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο METSAF, μέσω του οποίου υπάρχει η δυνατότητα κρατικής κάλυψης έως και του 70% της πρόσθετης επιβάρυνσης που προκαλεί η αύξηση της τιμής των καυσίμων. Αυτή ήταν μία τεράστια διαφορά, όπου ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ παρουσιάστηκε διαβασμένος, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτω αδιάβαστοι.
Ανάλογη ήταν η διαφορά και στο καυτό θέμα τη αύξησης των καυσίμων. Η πίεση που προκαλεί το ενεργειακό κόστος στις οικογένειες έχει μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Οι τιμές των καυσίμων κινούνται σταθερά τον τελευταίο μήνα πάνω από τα 2,10 ευρώ το λίτρο, με την κυβέρνηση να προχωρά σε επιδοτήσεις και να εξετάζει πρόσθετες παρεμβάσεις. Το ΠΑΣΟΚ, όμως, δεν εμφανίστηκε στη συζήτηση εκ των υστέρων. Ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε ήδη παρουσιάσει δημόσια ένα πακέτο παρεμβάσεων που περιλαμβάνει τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα κίνησης και στο πετρέλαιο θέρμανσης, την επιστροφή στους καταναλωτές πρόσθετων εσόδων από τον ΦΠΑ και συστηματικούς ελέγχους στα περιθώρια κέρδους από τη διύλιση μέχρι την αντλία. Παράλληλα, πριν ακόμη από τη ΔΕΘ, είχε προαναγγείλει μηχανισμό φορολόγησης υπερκερδών σε ολιγοπωλιακές αγορές όταν καταγράφεται αδικαιολόγητη διεύρυνση περιθωρίων κέρδους.
Αυτό έχει σημασία διότι ο Αλέξης Τσίπρας, στην παρέμβασή του της 22ας Σεπτεμβρίου, μπήκε στο ίδιο πολιτικό πεδίο ζητώντας πλαφόν στις τιμές του πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης, ενώ σε προηγούμενες παρεμβάσεις είχε επιμείνει στη φορολόγηση υπερκερδών και στον έλεγχο των περιθωρίων κέρδους στην ενεργειακή αλυσίδα. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ταυτόσημες προτάσεις. Υπάρχει όμως σαφής επικάλυψη στο πολιτικό πεδίο: φορολογία καυσίμων, έλεγχος περιθωρίων κέρδους, υπερκέρδη, κρατική παρέμβαση στην αγορά. Κι εδώ, όμως, φάνηκε η διαφορά. Το ότι ο ένας αρχηγός (Ανδρουλάκης) ηγείται ενός κόμματος, το οποίο είναι οργανωμένο και ετοιμάζει προτάσεις ρεαλιστικές και υλοποιήσιμες, ενώ ο άλλος (Τσίπρας) ψάχνει απεγνωσμένα με σκόρπιες προτάσεις να εμφανιστεί ότι έχει λύσεις.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική μάχη. Όχι για το ποιος θα χρησιμοποιήσει την πιο δυνατή φράση απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά για το ποιος μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει ολοκληρωμένο και εφαρμόσιμο σχέδιο. Το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε στη ΔΕΘ να τοποθετήσει αυτή τη συζήτηση μέσα σε ένα συνολικό πρόγραμμα για εισοδήματα, κοινωνικό κράτος, ακρίβεια και παραγωγική ανασυγκρότηση. Ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε από τη Θεσσαλονίκη το σχέδιο διακυβέρνησης του κόμματός του, δίνοντας κεντρικό βάρος στην αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Ο Αλέξης Τσίπρας, αντίθετα, επιχειρεί αυτή την περίοδο να αποκτήσει πολιτικό χώρο μέσα από πιο άμεσες και ορατές παρεμβάσεις στην επικαιρότητα. Το πρόβλημα γι’ αυτόν είναι ότι σε αρκετές από τις συγκεκριμένες προτάσεις δεν κινείται σε πολιτικά αχαρτογράφητη περιοχή. Η συζήτηση είχε ήδη ανοίξει.
Και στα Τέμπη
Αν στα καύσιμα η αντιπαράθεση αφορά το ποιος καταθέτει την πιο πειστική οικονομική πρόταση, στα Τέμπη τα πράγματα έχουν συγκεκριμένο πολιτικό αποτύπωμα.
Ο Χρήστος Τριαντόπουλος παραπέμπεται στο Ειδικό Δικαστήριο για παράβαση καθήκοντος, μαζί με ακόμη τέσσερα πρόσωπα, σε σχέση με τις ενέργειες που έγιναν στον χώρο της τραγωδίας και την αλλοίωσή του. Ο ίδιος αρνείται την κατηγορία και δηλώνει ότι θα την αντικρούσει ενώπιον του δικαστηρίου.
Το κρίσιμο πολιτικό στοιχείο είναι ότι η εξέλιξη αυτή ήρθε μετά την πρόταση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, όπως επισημαίνει και η Χαριλάου Τρικούπη. Αυτό δίνει στο ΠΑΣΟΚ ένα απολύτως συγκεκριμένο επιχείρημα στην πολιτική αντιπαράθεση. Δεν περιορίστηκε στην καταγγελία. Χρησιμοποίησε μια θεσμική κοινοβουλευτική διαδικασία, η οποία αποτέλεσε μέρος της ακολουθίας που οδήγησε τελικά στη δικαστική εξέλιξη.
Και πλέον υπάρχει και το ίδιο το βούλευμα. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, οι ανώτατοι δικαστές αναφέρουν ότι χώματα και υλικά απομακρύνθηκαν αυθαίρετα από το σημείο και εξετάζουν τις ευθύνες των εμπλεκομένων ως προς την υποχρέωση αποτροπής αυτών των ενεργειών.
Ο Αλέξης Τσίπρας, μετά την παραπομπή, επέλεξε διαφορετικό δρόμο. Ζήτησε την άμεση παραίτηση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη και, σε διαφορετική περίπτωση, την αποπομπή του από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, επαναφέροντας τις παλαιότερες δηλώσεις του υπουργού για το «μπάζωμα».
Πρόκειται για σαφή και σκληρή πολιτική παρέμβαση. Δεν αλλάζει όμως τη σειρά των γεγονότων. Η κοινοβουλευτική πρωτοβουλία που προηγήθηκε και πάνω στην οποία σήμερα επενδύει πολιτικά το ΠΑΣΟΚ είχε ήδη υπάρξει πριν από τη νέα παρέμβαση Τσίπρα.
Επί της ουσίας ο Νίκος Ανδρουλάκης θέλει να μιλήσει με «αποδείξεις», ο Τσίπρας με πολιτική ένταση. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της αναμέτρησης που εξελίσσεται στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης. Ο Ανδρουλάκης προσπαθεί να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν αρκείται στον ρόλο εκείνου που καταγγέλλει την κυβέρνηση μετά τα γεγονότα. Θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη που καταθέτει προτάσεις πριν από την κρίση και χρησιμοποιεί τα κοινοβουλευτικά εργαλεία, όταν ανοίγουν θεσμικά ζητήματα. Γι’ αυτό και η Χαριλάου Τρικούπη επιμένει τόσο πολύ στην υπόθεση Τριαντόπουλου. Δεν πρόκειται μόνο για τα Τέμπη. Πρόκειται για πολιτικό τεκμήριο πάνω στο οποίο το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να οικοδομήσει το επιχείρημα της «χρήσιμης αντιπολίτευσης».
Ο Τσίπρας ακολουθεί άλλη διαδρομή. Επιστρέφει στη γνώριμη μέθοδο της ισχυρής πολιτικής παρέμβασης, προσωποποιεί τη σύγκρουση και ανεβάζει ταχύτατα τον πήχη των αιτημάτων. Πλαφόν στα καύσιμα, σύγκρουση με την κυβέρνηση για την αγορά, παραίτηση υπουργού για τα Τέμπη. Αυτό του προσφέρει πολιτική ορατότητα. Ταυτόχρονα, όμως, τον αναγκάζει να απαντήσει σε ένα πολύ δύσκολο ερώτημα. Τι ακριβώς διαφοροποιεί τη δική του πρόταση από θέσεις που έχουν ήδη διατυπωθεί από το ΠΑΣΟΚ και άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης; Γιατί όταν η μείωση του ΕΦΚ, οι έλεγχοι στα περιθώρια κέρδους και η φορολόγηση των υπερκερδών βρίσκονται ήδη στη δημόσια συζήτηση εδώ και πολλούς μήνες και πριν η βενζίνη σταθεροποιηθεί στα 2,2, ευρώ το λίτρο, δεν αρκεί να ανέβει η ένταση της φωνής. Χρειάζεται να φανεί η πολιτική διαφορά.
Η κυβέρνηση έχει απέναντί της δύο διαφορετικά αντιπολιτευτικά μοντέλα. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να μετατρέψει την πίεση για την ακρίβεια και τα θεσμικά ζητήματα σε προγραμματική και κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Ο Τσίπρας επιχειρεί να ξαναμπεί στο κέντρο της πολιτικής σκηνής μέσα από μετωπικές παρεμβάσεις, αιτήματα άμεσων μέτρων και προσωπική σύγκρουση με κυβερνητικά στελέχη.
Το ενδιαφέρον είναι ότι πλέον πατούν συχνά πάνω στο ίδιο έδαφος. Στην ακρίβεια, στις τιμές της ενέργειας, στα υπερκέρδη. Στα Τέμπη και στις πολιτικές ευθύνες. Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό ερώτημα των επόμενων μηνών δεν θα είναι απλώς ποιος αντιπολιτεύεται πιο σκληρά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα είναι ποιος μπορεί να δείξει ότι κάτω από την αντιπολιτευτική ένταση υπάρχει πολιτικό περιεχόμενο, συνέχεια και συγκεκριμένο αποτύπωμα.