Μπορεί η Ελλάδα να γίνει Γαλλία και Ισπανία;

Στη Μαδρίτη μία 87χρονη συνταξιούχος που εκδιώχθηκε από το διαμέρισμά της –και τελικά έχασε τη ζωή της– πυροδότησε την κραυγή αγωνίας για ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι και έβγαλε τους Ισπανούς στις πλατείες. Στη Γαλλία, εξάλλου, οι μαθητές επαναστάτησαν διεκδικώντας ένα σχολείο που δεν θα γίνει η Ιφιγένεια των δημοσιονομικών αναγκών της χώρας και θα συνεχίσει να είναι ένα κύτταρο γνώσης που θα δώσει στους νέους όπλα να κερδίσουν ένα αξιοπρεπές μέλλον.
Όσο διαφορετικές κι αν είναι οι αφορμές και οι κοινωνίες, τις κινητοποιήσεις Ισπανών και Γάλλων τις διαπερνά η κοινή αίσθηση φόβου και ανασφάλειας ότι όσο οι άνθρωποι προσπαθούν να σχεδιάσουν το δικό τους αύριο, αυτό το όνειρο απομακρύνεται. Και μπορεί στο Μέγαρο Μαξίμου να βαυκαλίζονται ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη μετέτρεψε την Ελλάδα σε Γη της Επαγγελίας, αλλά η αβεβαιότητα που βιώνουν οι κοινωνίες σε πολλές χώρες της Γηραιάς Ηπείρου είναι γνώριμο συναίσθημα και για τους Έλληνες. Είναι παρούσα η αβεβαιότητα στο παιδικό δωμάτιο που εξακολουθεί να στεγάζει έναν τριαντάρη. Γίνεται ακόμη πιο αντιληπτή όταν ο πολίτης κοιτά με απόγνωση τα ενοικιαστήρια των διαμερισμάτων, τα ράφια των σούπερ μάρκετ και τη μάνικα στο βενζινάδικο.
Μέσα σε αυτή την βαριά καθημερινότητα ξεσκεπάζεται εκκωφαντικά το κυβερνητικό αφήγημα της ευημερίας. Η ανάπτυξη, οι επενδύσεις και οι τουριστικές επιδόσεις έχουν τη σημασία τους, αλλά για τους εργαζόμενους η πραγματική οικονομία αποκτά πρόσωπο την ημέρα που πληρώνονται και μετρούν πόσα ευρώ θα τους απομείνουν στο πορτοφόλι μετά το ενοίκιο και τους λογαριασμούς.
Μπορεί, άραγε, να εμφανιστεί στην Ελλάδα ένα κύμα κινητοποιήσεων ανάλογο με εκείνα που δοκιμάζουν άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις; Οι κοινωνικές πιέσεις καθιστούν το ενδεχόμενο υπαρκτό. Το πότε και το πώς παραμένουν ανοιχτά. Η κόπωση μπορεί να οδηγήσει στην αποχή, στην απομάκρυνση από την πολιτική ή στη μετανάστευση. Μπορεί όμως, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, να μετατραπεί σε συλλογική διεκδίκηση. Η κρίσιμη στιγμή έρχεται όταν το προσωπικό αδιέξοδο αναγνωρίζεται ως κοινό πρόβλημα. Όταν ο ενοικιαστής, ο φοιτητής, ο νέος εργαζόμενος και ο γονιός βλέπουν ότι οι δυσκολίες τους συναντιούνται. Μία έξωση, μια αδικία, μία προκλητική πολιτική δήλωση ή η χρόνια πλέον επίδειξη αλαζονείας της εξουσίας μπορούν να δώσουν μορφή σε δυσαρέσκεια που συσσωρεύεται επί χρόνια. Η αφορμή αποκτά δύναμη όταν βρίσκει έτοιμο το έδαφος και ανθρώπους πρόθυμους να σταθούν μαζί.
Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, οι μεγάλες κινητοποιήσεις για τα Τέμπη έδειξαν ότι στην Ελλάδα υπάρχει δυνατότητα ευρείας κοινωνικής συνάντησης. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, νέοι και μεγαλύτεροι, βρέθηκαν στους δρόμους με αίτημα τη δικαιοσύνη και την ασφάλεια. Μέσα στο πένθος ακούστηκε και μια βαθύτερη απαίτηση που μετουσιωνόταν στο να μπορεί κάποιος να εμπιστεύεται τη χώρα στην οποία ζει.
Για την ώρα, αυτή η κοινωνική πλειοψηφία βλέπει μία κυβέρνηση που επικαλούμενη ψευδώς τις Βρυξέλλες νομίζει ότι κάνει το καθήκον της μοιράζοντας «pass».
Αντί για προσιτή κατοικία, δημόσια και κοινωνική στέγαση, αξιοποίηση κενών κτιρίων και ουσιαστική ρύθμιση των τουριστικών μισθώσεων στις περιοχές που πιέζονται, επιστρέφει ένα ενοίκιο από τα δώδεκα.
Αντί για αμοιβές που επιτρέπουν ανεξαρτησία και για δημόσια εκπαίδευση που διευρύνει τις ευκαιρίες, λέει αλαζονικά «Μητσοτάκης ή χάος».
Κλεισμένη στη γυάλα του Μαξίμου η μητσοτακική Ν.Δ. αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η κοινωνική ειρήνη χρειάζεται δικαιοσύνη και την προσδοκία ότι το αύριο μπορεί να γίνει καλύτερο. Δεν αντιλαμβάνεται επίσης την ιστορική νομοτέλεια ότι μία γενιά μπορεί να αντέξει δυσκολίες μόνο όταν διακρίνει δρόμο μπροστά της.
Αντίθετα, όταν βλέπει τις πόρτες να κλείνουν διαδοχικά, η υπομονή λιγοστεύει. Και κάποτε η ζωή που στριμώχτηκε για χρόνια σε ένα παιδικό δωμάτιο αναζητεί χώρο έξω από αυτό στο πεζοδρόμο, στις πλατείες, ίσως και στις κάλπες για να μαυρίσει τους Μαυρογιαλούρους.