← Αρχική
Διεθνή

Γιάννης Θεοδωράτος: Οι δυόμισι πόλεμοι της Τουρκίας και το τίμημα της υπερεπέκτασης

Γιάννης Θεοδωράτος: Οι δυόμισι πόλεμοι της Τουρκίας και το τίμημα της υπερεπέκτασης

Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης

Το ενδεχόμενο η Τουρκία να εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση πολύ μεγαλύτερη από τις πραγματικές δυνατότητές της θέτει ο δημοσιογράφος και αναλυτής αμυντικών θεμάτων Γιάννης Θεοδωράτος, επαναφέροντας τη συζήτηση για τους «δυόμισι πολέμους».

Στην εβδομαδιαία εκπομπή «Με το κλειδί της Ιστορίας» που παρουσιάζει ο ίδιος στον τηλεοπτικό σταθμό BLUE SKY, περιγράφει μια διαφορετική εκδοχή του παλαιού τουρκικού στρατηγικού σχήματος, με αντιπάλους πλέον την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Κυπριακή Δημοκρατία. Η εκτίμησή του είναι ότι μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να εκθέσει την ίδια την Άγκυρα σε κινδύνους που θα υπερέβαιναν κατά πολύ το στρατιωτικό πεδίο.

Σύμφωνα με τον Γ. Θεοδωράτο, η αφετηρία βρίσκεται στο 1996, όταν ο Τούρκος διπλωμάτης Σουκρού Ελεκντάγ δημοσίευσε στο περιοδικό Perceptions τη μελέτη του για τη στρατηγική των «δυόμισι πολέμων». Βάσει της συλλογιστικής του Τούρκου διπλωμάτη η Τουρκία όφειλε να διαθέτει δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα δύο εξωτερικά μέτωπα, απέναντι στην Ελλάδα και στη Συρία, καθώς και ένα εσωτερικό, απέναντι στους Κούρδους του PKK. Ο «μισός πόλεμος» αφορούσε αυτή την τελευταία σύγκρουση, η οποία θα μπορούσε να δεσμεύει σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις ενώ θα εξελίσσονταν οι άλλες δύο.

Επρόκειτο για μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα και το Ισραήλ ανέπτυσσαν στενή αμυντική συνεργασία. Ο Έλληνας αναλυτής υπενθυμίζει ότι η τουρκική πίεση προς τη Συρία εξυπηρετούσε τότε και ισραηλινές επιδιώξεις, καθώς η Δαμασκός παρέμενε βασικός αντίπαλος του Ισραήλ. Έκτοτε, όμως, οι σχέσεις και οι περιφερειακές ισορροπίες μεταβλήθηκαν, με τη ρήξη που συμβόλισε το επεισόδιο του «Μαβί Μαρμαρά» να αποτελεί χαρακτηριστικό σταθμό.

Από το ’96 στο σήμερα

Στην ανάγνωση της σημερινής συγκυρίας ο Γ. Θεοδωράτος «διαβάζει» ότι το Ισραήλ καταλαμβάνει τη θέση της Συρίας και η Κυπριακή Δημοκρατία εκείνη του PKK, ενώ η Ελλάδα παραμένει σταθερός αντίπαλος στους τουρκικούς υπολογισμούς. Ο ίδιος αποδίδει αυτή την αναθεώρηση σε προσεγγίσεις σύγχρονων Τούρκων αναλυτών. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη συλλογιστική έχει η Συρία. Σύμφωνα πάντα με την ανάλυση του γνωστού δημοσιογράφου η Άγκυρα αντιμετωπίζει τη νέα κατάσταση στη Δαμασκό ως ευκαιρία διεύρυνσης της επιρροής της, αλλά υποτιμά τα όρια που θέτει το Ισραήλ.

Εντάσσει σε αυτό το πλαίσιο τις ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες που, κατά την ερμηνεία του, εμποδίζουν την εδραίωση τουρκικών στρατιωτικών υποδομών στον συριακό χώρο. Παράλληλα, εκτιμά ότι το ιστορικό ζήτημα της Αλεξανδρέττας (σ.σ. πρόκειται για τη διπλωματική και εδαφική διαμάχη μεταξύ Τουρκίας, Γαλλίας και Συρίας κατά τη δεκαετία του 1930, η οποία κατέληξε στην προσάρτηση του Σαντζακίου της Αλεξανδρέττας από την Τουρκία το 1939) εξακολουθεί να περιπλέκει μια πλήρη διευθέτηση μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού, περιλαμβανομένης μιας συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης.

Η βασική του ένσταση του Γ. Θεοδωράτου απέναντι στη λογική των νέων «δυόμισι πολέμων» αφορά την ποιότητα και τη μεταξύ τους σχέση των πιθανών αντιπάλων. Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δημιουργεί, όπως υποστηρίζει, πολύ διαφορετικά δεδομένα από εκείνα της δεκαετίας του 1990. Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει τακτικές ένοπλες δυνάμεις και διεθνείς συνεργασίες, ενώ το Ισραήλ έχει τεχνολογικές και επιχειρησιακές δυνατότητες που καθιστούν παραπλανητική οποιαδήποτε απλή αντικατάσταση ονομάτων στο παλαιό σχήμα.

Αντίστοιχα, αμφισβητεί το επιχείρημα ότι η πολεμική εμπειρία της Τουρκίας αρκεί για να στηρίξει μια ταυτόχρονη αναμέτρηση τέτοιας κλίμακας. Διαχωρίζει τις επιχειρήσεις εναντίον ανταρτικών οργανώσεων από έναν πόλεμο με οργανωμένες κρατικές δυνάμεις και υπενθυμίζει τις απώλειες τουρκικών τεθωρακισμένων στη βόρεια Συρία απέναντι στο ISIS. Αναγνωρίζει την πρόοδο της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, αλλά θεωρεί επικίνδυνη την εξίσωση της βιομηχανικής ανάπτυξης με την εξασφάλιση στρατιωτικής υπεροχής σε κάθε πιθανό μέτωπο.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο επισημαίνει την εξέλιξη των οπλικών συστημάτων και των αμυντικών συνεργασιών τους. Κατά την εκτίμησή του, η σύγκριση με την εποχή των Ιμίων παραβλέπει μεταβολές στις δυνατότητες επιτήρησης, διασύνδεσης και προσβολής στόχων. Το επιχείρημά του εστιάζει, επομένως, στον κίνδυνο η τουρκική ηγεσία να σχεδιάζει με μια εικόνα ισχύος που υπερεκτιμά τα δικά της περιθώρια και υποτιμά εκείνα των άλλων.

Ο χάρτης της αναδιάταξης των συνόρων στη Μέση Ανατολή και τη Δυτική Ασία

Στη συνολικότερη ανάλυσή του, ο Γ. Θεοδωράτος εντάσσει τον γνωστό χάρτη του Αμερικανού απόστρατου αντισυνταγματάρχη Ραλφ Πίτερς. Ο εν λόγω χάρτης συνόδευε το άρθρο «Blood Borders», που δημοσιεύθηκε στο Armed Forces Journal τον Ιούνιο του 2006, και αποτύπωνε μια ριζική αναδιάταξη συνόρων στη Μέση Ανατολή και στη δυτική Ασία. Η πρόταση περιλάμβανε ανεξάρτητο Κουρδιστάν, διαφορετική εδαφική οργάνωση του Ιράκ, σημαντικές απώλειες εδαφών για τη Σαουδική Αραβία και μικρότερο Πακιστάν, με την εμφάνιση ανεξάρτητου Βαλουχιστάν.

Ο Έλληνας αναλυτής αμυντικών θεμάτων διαβάζει τον χάρτη ως προειδοποίηση για τις συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής σύγκρουσης. Υποστηρίζει ότι η τουρκική επιδίωξη ευρύτερης ηγεμονίας, εάν οδηγήσει σε μετωπική αναμέτρηση με το Ισραήλ, θα μπορούσε να καταλήξει σε στρατηγική ήττα και εδαφικές ανατροπές. Φτάνει να χρησιμοποιήσει την εικόνα μιας νέας Συνθήκης των Σεβρών, αυτή τη φορά με καθοριστικό αμερικανικό και ισραηλινό ρόλο.

Πηγή: Η Άποψη

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του f2news.gr

ΚοινοποίησηFacebookWhatsAppViber