← Αρχική
Editorial

Η Ειρήνη δεν μπορεί να περιμένει. Η Ευρώπη μπροστά στην πρωτοβουλία Τραμπ–Πούτιν

Η πρόσφατη Συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού πετρελαίου κίνησης στις διεθνείς αγορές, με παράλληλη χαλάρωση αμερικανικών κυρώσεων, σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη μεταβολή στην πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι στη Μόσχα. Δεν αποτελεί ειρηνευτική Συμφωνία για την Ουκρανία. Μπορεί, ωστόσο, να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την αναθέρμανση του διαλόγου, που αποτελεί απαραίτητο βήμα προς τον τερματισμό του Πολέμου.

Προσωπικά, θεωρώ θετική την πρωτοβουλία του Αμερικανού Προέδρου. Έπειτα από περισσότερα από τεσσεράμισι χρόνια Πολέμου, με τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, καταστροφές και σοβαρές οικονομικές συνέπειες, η αναζήτηση μιας διπλωματικής διεξόδου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πολιτική υποχώρηση. Η Ειρήνη δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Είναι επιτακτική ανάγκη.

Αντιθέτως, προκαλεί προβληματισμό η στάση πολλών Ευρωπαίων ηγετών, οι οποίοι εξακολουθούν να προτάσσουν την αυστηροποίηση των κυρώσεων, χωρίς να διαφαίνεται μια εξίσου αποφασιστική πρωτοβουλία για την ειρηνική διευθέτηση της κρίσης. Η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και του Διεθνούς Δικαίου είναι αυτονόητη. Δεν μπορεί, όμως, να απουσιάζει μια ουσιαστική ευρωπαϊκή στρατηγική για τη διαπραγμάτευση και τον τερματισμό του Πολέμου. Οι κυρώσεις αποτελούν μέσο άσκησης πίεσης, όχι αυτοσκοπό.

Η στάση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι απέναντι στην αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής  παραμένει επιφυλακτική και είναι ακατανόητη για μία ακόμη φορά απέναντι στις νέες αμερικανορωσικές πρωτοβουλίες καθώς φαίνεται να απορρίπτει άλλη μια προσπάθεια ειρήνευσης και τερματισμού της σύγκρουσης παρότι η χώρα του έχει υποστεί τεράστιες απώλειες τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και στον οικονομικό τομέα. Θεωρώ ότι η ουκρανική ηγεσία οφείλει να επιδείξει μεγαλύτερη πολιτική ευελιξία και να αξιοποιήσει κάθε σοβαρή δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Η προοπτική της Ειρήνης δεν πρέπει να παραμένει εγκλωβισμένη σε αδιάλλακτες πολιτικές θέσεις. Απαιτούνται ρεαλισμός, αμοιβαίες δεσμεύσεις και πολιτική βούληση από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η ελληνική στάση. Η δήλωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, τον Σεπτέμβριο του 2022, περί «πολέμου εναντίον της Ρωσίας», έστω και στο πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης της Δύσης με τη Μόσχα, υπήρξε, κατά την άποψή μου, διπλωματικά άστοχη. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε στρατιωτικό Πόλεμο με τη Ρωσία και δεν έχει κανένα συμφέρον να καλλιεργεί την εντύπωση μιας τέτοιας εμπλοκής. Η εξωτερική πολιτική χρειάζεται νηφαλιότητα, ακριβείς διατυπώσεις και σταθερό προσανατολισμό στην προστασία των εθνικών συμφερόντων.

Οι συνέπειες του Πολέμου δεν περιορίζονται στην Ουκρανία και τη Ρωσία. Η Ευρώπη έχει επιβαρυνθεί οικονομικά και ενεργειακά, ενώ η παγκόσμια αβεβαιότητα εντείνεται και από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Νοικοκυριά, επιχειρήσεις και εθνικές οικονομίες πληρώνουν το τίμημα μιας παρατεταμένης γεωπολιτικής αστάθειας.

Η εκεχειρία που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ στις 11 Οκτωβρίου παραμένει, προς το παρόν, ανεπιβεβαίωτη στην πράξη. Αυτό υπενθυμίζει ότι οι πολιτικές ανακοινώσεις δεν αρκούν. Χρειάζονται ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, αμοιβαίες δεσμεύσεις και αξιόπιστοι μηχανισμοί εφαρμογής και επαλήθευσης, με συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων πλευρών και σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.

Η Ευρώπη οφείλει να γίνει πρωταγωνιστής της Ειρήνης και όχι απλώς διαχειριστής των συνεπειών του Πολέμου. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, χρειάζεται εξωτερική πολιτική που να υπηρετεί τη σταθερότητα, τον διάλογο και τα εθνικά της συμφέροντα.

Γιατί, τελικά, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι ποιος θα δικαιωθεί πολιτικά από τη συνέχιση της σύγκρουσης, αλλά πόσες ακόμη ανθρώπινες ζωές μπορούν να σωθούν από τον τερματισμό της.

Η Ειρήνη δεν μπορεί να περιμένει άλλο.

Κώστας Αγγελάκης
Κώστας ΑγγελάκηςEditorial · F2 News
Όλα τα Editorial →
ΚοινοποίησηFacebookWhatsAppViber