← Αρχική
Άρθρα Γνώμης

Η Ιταλία διαπραγματεύεται την τιμή του ρεύματος. Η Ελλάδα ανανεώνει τα επιδόματα.

Η Μελόνι εξασφαλίζει προκαταρκτική συμφωνία με τις Βρυξέλλες για παρέμβαση στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, την ώρα που τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά την ενεργειακή κρίση. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα διαθέτει μια κυβέρνηση, αλλά αν αντιμετωπίζει τις αιτίες της ακρίβειας.

Η Ιταλία διαπραγματεύεται την τιμή του ρεύματος. Η Ελλάδα ανανεώνει τα επιδόματα.

Του Κώστα Αγγελάκη*

Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη από τις Βρυξέλλες έρχεται να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που η ελληνική κυβέρνηση αποφεύγει να αντιμετωπίσει στην ουσία του. Γιατί οι πολίτες πρέπει να εξακολουθούν να πληρώνουν τόσο ακριβά το ηλεκτρικό ρεύμα, ακόμη και όταν σημαντικό μέρος της παραγωγής του προέρχεται από φθηνότερες ενεργειακές πηγές;

Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times της 16ης Οκτωβρίου, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι εξασφάλισε προκαταρκτική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για έναν μηχανισμό περιορισμού της επίδρασης του φυσικού αερίου στις χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία. Η συμφωνία δεν έχει ακόμη λάβει την τελική έγκριση εφαρμογής και ασφαλώς δεν εγγυάται αυτομάτως φθηνότερους λογαριασμούς. Αποδεικνύει, όμως, ότι υπάρχουν περιθώρια διαπραγμάτευσης και παρεμβάσεων στο ευρωπαϊκό ενεργειακό πλαίσιο.

Η Ευρώπη, δηλαδή, δεν διαθέτει μόνο κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται. Διαθέτει και κανόνες που μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να προσαρμόζονται όταν το απαιτούν οι περιστάσεις.

Τα 59 ευρώ και η παρέμβαση στην αγορά

Το ιταλικό σχέδιο προβλέπει έναν μηχανισμό που θα ενεργοποιείται όταν η τιμή του φυσικού αερίου υπερβαίνει τα 59 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Προσοχή στη λεπτομέρεια. Δεν πρόκειται για γενικό πλαφόν στην εμπορική τιμή του φυσικού αερίου, αλλά για όριο αναφοράς στο κόστος που λαμβάνεται υπόψη στην ηλεκτροπαραγωγή.

Σύμφωνα με τους Financial Times, το φυσικό αέριο διαπραγματευόταν κοντά στα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα κατά τον χρόνο του δημοσιεύματος. Η ιταλική παρέμβαση αποσκοπεί στο να περιορίσει τη μεταφορά αυτού του υψηλού κόστους στη χονδρική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, προβλέποντας αντιστάθμιση προς τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο.

Το πρόβλημα είναι γνωστό. Στο ευρωπαϊκό σύστημα οριακής τιμολόγησης, η τελευταία αναγκαία μονάδα παραγωγής για την κάλυψη της ζήτησης μπορεί να καθορίζει την τιμή για ολόκληρη την αγορά. Όταν η συγκεκριμένη μονάδα χρησιμοποιεί ακριβό φυσικό αέριο, η υψηλή τιμή μπορεί να επηρεάζει και την αποζημίωση παραγωγής από φθηνότερες πηγές.

Έτσι, ακόμη και όταν παράγεται σημαντική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ο καταναλωτής δεν απολαμβάνει πάντοτε το αντίστοιχο όφελος στον τελικό λογαριασμό του.

Η Ιταλία επιχειρεί να περιορίσει αυτήν ακριβώς την επίδραση, αξιοποιώντας μια προσέγγιση εμπνευσμένη από την αποκαλούμενη «Ιβηρική Εξαίρεση», που εφαρμόστηκε στην Ισπανία και την Πορτογαλία κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση.

Υπάρχει βεβαίως και μια κρίσιμη εκκρεμότητα. Μέρος της χρηματοδότησης του ιταλικού μηχανισμού προβλέπεται να καλυφθεί μέσω πρόσθετων χρεώσεων στους λογαριασμούς καταναλωτών. Επομένως, η τελική καθαρή ελάφρυνση θα εξαρτηθεί από τον ακριβή σχεδιασμό του.

Το σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι η Ιταλία δεν περιορίζεται στο να επιδοτεί έναν ήδη ακριβό λογαριασμό. Επιχειρεί να παρέμβει στον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται μέρος αυτού του κόστους.

Περίπου 1,09 δισ. ευρώ από τις ενεργειακές επιχειρήσεις

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση της ιταλικής πολιτικής, εξίσου ενδιαφέρουσα.

Με νομοθετική παρέμβαση που είχε ήδη θεσπιστεί νωρίτερα μέσα στο 2026, η Ιταλία αύξησε προσωρινά κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες τον φόρο IRAP για συγκεκριμένες επιχειρήσεις του ενεργειακού κλάδου.

Τα προβλεπόμενα πρόσθετα έσοδα για την περίοδο 2026–2028 ανέρχονται συνολικά σε περίπου 1,09 δισ. ευρώ και προορίζονται για τη μείωση ενεργειακών επιβαρύνσεων επιλέξιμων επιχειρήσεων.

Δεν πρόκειται αποκλειστικά για φορολόγηση διυλιστηρίων ούτε για μέτρο που εξασφαλίστηκε με τη χθεσινή συμφωνία. Είναι, όμως, μια χαρακτηριστική επιλογή χρηματοδότησης της ενεργειακής στήριξης με συμμετοχή επιχειρήσεων του ίδιου του ενεργειακού τομέα.

Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα για την Ελλάδα.

Γιατί η συζήτηση περί έκτακτης συμμετοχής των ενεργειακών επιχειρήσεων στο κόστος της κρίσης δεν αποτελεί περισσότερο σταθερό και διαφανές μέρος της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής;

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αυξημένο επιχειρηματικό κέρδος είναι αθέμιτο ούτε ότι οποιαδήποτε έκτακτη φορολόγηση στερείται οικονομικών κινδύνων. Σημαίνει, όμως, ότι η κατανομή του κόστους της κρίσης είναι αντικείμενο πολιτικής επιλογής και δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Η Ελλάδα των επιδοτήσεων και των δεκαπενθήμερων ανακοινώσεων

Η ελληνική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας. Στις 14 Οκτωβρίου παρουσίασε πρόσθετες επιδοτήσεις στα καύσιμα, ενώ αύξησε κατά 30% το επίδομα θέρμανσης για τη χειμερινή περίοδο.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η κυβέρνηση διαθέτει χρήματα για επιδοτήσεις.

Είναι γιατί, μετά από τόσα χρόνια ενεργειακών ανατιμήσεων, η αντιμετώπιση της ακρίβειας εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προσωρινές παρεμβάσεις, χωρίς αντίστοιχη συμφωνημένη αλλαγή στον μηχανισμό χονδρικής τιμολόγησης του ηλεκτρικού ρεύματος.

Στη συνέντευξη Τύπου μετά τη Σύνοδο Κορυφής, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγησε ότι η κυβέρνηση αξιολογεί τις ανάγκες ανά δεκαπενθήμερο και διατηρεί δημοσιονομικά αποθέματα για τον δύσκολο χειμώνα. Ζήτησε επίσης μεγαλύτερη ευρωπαϊκή δημοσιονομική ευελιξία και αναφέρθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης των ανανεώσιμων πηγών και της αποθήκευσης ενέργειας.

Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν απαντούν, ωστόσο, πλήρως στο ερώτημα που θέτει η ιταλική εξέλιξη.

Η Μελόνι διαπραγματεύτηκε συγκεκριμένο μηχανισμό περιορισμού του κόστους της ηλεκτροπαραγωγής. Η ελληνική πλευρά, μέχρι στιγμής, δεν έχει παρουσιάσει μια αντίστοιχη συμφωνημένη παρέμβαση.

Και εδώ η σύγκριση γίνεται αναπόφευκτη.

Ο Έλληνας καταναλωτής δεν ενδιαφέρεται μόνο να μάθει πότε θα ανακοινωθεί η επόμενη επιδότηση. Ενδιαφέρεται να γνωρίζει γιατί χρειάζεται διαρκώς καινούργια επιδότηση για να πληρώσει έναν λογαριασμό που παραμένει υψηλός.

Η ακρίβεια δεν είναι ίδια για όλους

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δείχνουν πόσο σοβαρό παραμένει το πρόβλημα.

Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο ετήσιος εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα έφθασε το 5,1%, έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη και 4,2% στην Ιταλία.

Η σύγκριση δείχνει ότι οι ανατιμήσεις στην Ελλάδα σημαίνει ότι μάλλον οφείλονται στην κυβερνητική πολιτική. Σημαίνει, όμως, ότι οι εγχώριες οικονομικές πιέσεις είναι ιδιαίτερα έντονες και απαιτούν αποτελεσματικές απαντήσεις.

Για ένα νοικοκυριό με δύο εργαζόμενους και παιδιά, το κόστος ενέργειας προστίθεται στο ενοίκιο, στα τρόφιμα, στις μετακινήσεις και στις υπόλοιπες καθημερινές υποχρεώσεις.

Για τον συνταξιούχο, η αύξηση των λογαριασμών μπορεί να σημαίνει περιορισμό άλλων βασικών δαπανών.

Για μια μικρομεσαία επιχείρηση, το ακριβό ρεύμα αποτελεί πρόσθετο κόστος που είτε απορροφάται με μείωση του περιθωρίου κέρδους είτε μεταφέρεται, όπου είναι εφικτό, στις τελικές τιμές.

Και για τον νέο άνθρωπο που προσπαθεί να δημιουργήσει τη δική του ζωή, το συνολικό κόστος διαβίωσης μπορεί να καθιστά την οικονομική ανεξαρτησία όλο και πιο δύσκολη.

Οι επιδοτήσεις μπορούν να περιορίζουν τις άμεσες επιπτώσεις. Δεν αποτελούν, όμως, από μόνες τους μόνιμη απάντηση στις αιτίες που καθιστούν την ενέργεια ακριβή.

Το πραγματικό ερώτημα για την ελληνική κυβέρνηση

Ασφαλώς, η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιγράψει αυτούσιο το ιταλικό μοντέλο. Κάθε ηλεκτρική αγορά έχει διαφορετικό ενεργειακό μείγμα, διασυνδέσεις, ανάγκες και περιορισμούς. Επιπλέον, απαιτείται ευρωπαϊκή έγκριση όπου εφαρμόζονται κανόνες κρατικών ενισχύσεων.

Αυτό, όμως, δεν αποτελεί λόγο για να μην εξεταστεί μια αντίστοιχη λύση.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει εάν έχει αξιολογήσει συγκεκριμένο μηχανισμό περιορισμού της επίδρασης του φυσικού αερίου στις χονδρικές τιμές, ποιο θα ήταν το κόστος του, ποιοι θα ωφελούνταν και ποιες ευρωπαϊκές εγκρίσεις θα απαιτούνταν.

Οφείλει επίσης να παρουσιάσει με μεγαλύτερη σαφήνεια πώς μεταφέρεται το όφελος από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στους τελικούς καταναλωτές, ποιος είναι ο ρόλος της αποθήκευσης, πώς ενισχύεται ο ανταγωνισμός και εάν υπάρχει περιθώριο δικαιότερης κατανομής των ενεργειακών επιβαρύνσεων.

Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, τις οποίες οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξετάζουν, να τεκμηριώνουν και να εξηγούν δημόσια.

Και όταν μια άλλη ευρωπαϊκή κυβέρνηση επιτυγχάνει προκαταρκτική συμφωνία για ένα εργαλείο παρέμβασης στην αγορά, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαβεβαίωση ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις.

Χρειάζεται να αποδείξει τι διεκδικεί, με ποιο σχέδιο και με ποιο αποτέλεσμα.

Η ενέργεια δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη πηγή κοινωνικής ανασφάλειας

Η Ιταλία δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι το νέο σύστημα θα επιφέρει την επιθυμητή μείωση στους τελικούς λογαριασμούς. Αυτό θα κριθεί στην εφαρμογή, στον τρόπο χρηματοδότησης και στις πραγματικές τιμές που θα πληρώσουν οι καταναλωτές.

Έχει, ωστόσο, ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για τα όρια και τις δυνατότητες παρέμβασης στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μοντέλο.

Αυτή η συζήτηση αφορά άμεσα και την Ελλάδα.

Η χώρα χρειάζεται μια ενεργειακή στρατηγική που δεν θα περιορίζεται στη διαχείριση της επόμενης ανατίμησης, αλλά θα δημιουργεί προϋποθέσεις για διατηρήσιμα χαμηλότερες τιμές, μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού και δίκαιη κατανομή του κόστους.

Γιατί η ενέργεια δεν είναι είδος πολυτελείας. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση αξιοπρεπούς διαβίωσης, οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής.

Η πραγματική επιτυχία μιας ενεργειακής πολιτικής δεν μετριέται από το ύψος των επιδοτήσεων που ανακοινώνονται. Μετριέται από το πόσο λιγότερο αναγκάζεται ο πολίτης να εξαρτάται από αυτές.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο δίδαγμα από τη νέα ιταλική πρωτοβουλία.

Το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα πληρώσει προσωρινά ένα μέρος του λογαριασμού. Είναι ποιος θα φροντίσει ώστε ο λογαριασμός να πάψει να αποτελεί μόνιμο πρόβλημα για την κοινωνία.

*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του f2news.gr

ΚοινοποίησηFacebookWhatsAppViber