← Αρχική
Άρθρα Γνώμης

Η «φλέβα διαφθοράς», οι υποκλοπές και το μέτρο της Δικαιοσύνης

Όταν ένας αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου καταγγέλλει «κατασκευασμένες κρίσεις», οι δικαστικές ενώσεις μιλούν για «θεσμικό ολοκληρωτισμό» και η υπόθεση των υποκλοπών επιστρέφει ως το μεγάλο τεστ συνέπειας

Η «φλέβα διαφθοράς», οι υποκλοπές και το μέτρο της Δικαιοσύνης

Του Κώστα Αγγελάκη*

Μερικές φορές οι ίδιες οι λέξεις επιστρέφουν σε εκείνους που τις χρησιμοποιούν.

Στις 22 Οκτωβρίου 2026, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Φλωρίδης δημοσίευσε στην «Καθημερινή» άρθρο με έναν εξαιρετικά βαρύ τίτλο: «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη».

Δεν επρόκειτο για θεωρητικό δοκίμιο. Ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός αναφερόταν σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση την οποία είχε χειριστεί ο ίδιος και στην οποία η πρότασή του να μην παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι δεν έγινε δεκτή. (Καθημερινή)

Μία ημέρα αργότερα η ελληνική Δικαιοσύνη βρέθηκε σε μια σχεδόν πρωτοφανή δημόσια εσωτερική σύγκρουση.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απάντησε ότι οι δικαστές που δέχθηκαν την παραπομπή δεν αποτελούν κάποια «φλέβα διαφθοράς», αλλά, κατά τη δική της έκφραση, την «ψυχή του Δικαστικού Σώματος». Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος παρενέβη επίσης, υπογραμμίζοντας ότι η διαφωνία με μία δικαστική κρίση δεν αρκεί για να θεμελιώσει αιτίαση περί διαφθοράς. Και η ηγεσία του Αρείου Πάγου προχώρησε σε δική της θεσμική παρέμβαση, σημειώνοντας ότι τέτοιου είδους δημόσιες μομφές κατά δικαστών που χειρίζονται ακόμη εκκρεμή υπόθεση υπερβαίνουν τα όρια της θεμιτής κριτικής.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μία μόνο δικογραφία. Αφορά πλέον το ίδιο το μέτρο με το οποίο η Δικαιοσύνη ζητά να κρίνεται.

Τι είχε συμβεί στην επίμαχη υπόθεση

Υπάρχει ένα δεδομένο που δεν αποτελεί δημοσιογραφικό ισχυρισμό. Η επίσημα δημοσιευμένη απόφαση 1129/2026 του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε στις 14 Οκτωβρίου, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος. (Άρειος Πάγος – 1129/2026)

Στην ίδια την απόφαση καταγράφεται ότι η εισαγγελική πρόταση του Βασίλειου Φλωρίδη ήταν να γίνει δεκτή η αναίρεση και να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων. Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε διαφορετικά. Και απέρριψε την αναίρεση.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων αναφέρει στην ανακοίνωσή της ότι η υπόθεση αφορά και γιο υπουργού της κυβέρνησης. Δημοσιεύματα την ταυτίζουν με την υπόθεση στην οποία περιλαμβάνονται ο γιος του Τάκη Θεοδωρικάκου και πρώην και εν ενεργεία στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. (Η Πρωινή)

Δεν είναι δουλειά ενός άρθρου γνώμης να αποφανθεί αν οι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι. Αυτό θα το κρίνει το δικαστήριο.

Υπάρχει όμως ένα πολιτειακά ενδιαφέρον παράδοξο. Ο ίδιος ο Βασίλειος Φλωρίδης είχε γράψει το 2016 ότι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν στενούς συγγενείς με ενεργή πολιτική δραστηριότητα πρέπει να απέχουν από υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα, ακόμη και αν οι ίδιοι είναι απολύτως έντιμοι. Αυτό ακριβώς του υπενθύμισε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων. (ανακοίνωση ΕνΔΕ)

Και ο Βασίλειος Φλωρίδης είναι αδελφός του σημερινού υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη. Δεν αποδεικνύει αυτό από μόνο του καμία παρατυπία. Δημιουργεί όμως ένα θεσμικό ζήτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν λεπτομέρεια.

Η σύγκρουση πλέον αφορά ολόκληρη τη Δικαιοσύνη

Το εντυπωσιακό είναι ότι μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκαν απέναντι στην τοποθέτηση του αντεισαγγελέα τρεις διαφορετικοί θεσμικοί πόλοι: η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος και οι εκπρόσωποι της ηγεσίας του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.

Η Ένωση Εισαγγελέων διατύπωσε ίσως την πιο νηφάλια αρχή. Άλλο η αυστηρή κριτική σε μια δικαστική απόφαση και άλλο η απόδοση διαφθοράς χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά και επαρκή τεκμηρίωση. (in.gr)

Η εικόνα, ωστόσο, έγινε ακόμη βαρύτερη στις 24 Οκτωβρίου. Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων χαρακτήρισε τη δημόσια παρέμβαση του αντεισαγγελέα σε εκκρεμή υπόθεση «πρωτοφανές» γεγονός για ένα Κράτος Δικαίου και υπογράμμισε ότι, εφόσον διαθέτει στοιχεία που στηρίζουν τις αιτιάσεις του περί διαφθοράς, η θεσμικά προσήκουσα οδός είναι να τα θέσει ενώπιον των αρμόδιων οργάνων και να ζητήσει τη διερεύνησή τους. Ζήτησε μάλιστα από τα αρμόδια όργανα να επιληφθούν άμεσα. Η παρέμβαση αυτή διευρύνει πλέον τη σύγκρουση πέρα από το εσωτερικό του δικαστικού σώματος και στον οργανωμένο δικηγορικό κόσμο.

Την ίδια ημέρα, η ηγεσία του Αρείου Πάγου διατύπωσε έναν ακόμη πιο καθαρό θεσμικό αντίλογο. Οι εισαγγελικές προτάσεις δεν δεσμεύουν τα δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια, αλλά αποτελούν μέρος της διαδικασίας που οδηγεί στη δική τους ανεξάρτητη και αιτιολογημένη κρίση. Έτσι, η υπόθεση παύει να είναι απλώς μια δημόσια διαφωνία ενός αντεισαγγελέα με συναδέλφους του και μετατρέπεται σε ευρύτερο ζήτημα για τα όρια του δημόσιου λόγου ενός εν ενεργεία ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού όταν σχολιάζει μια υπόθεση που ο ίδιος χειρίστηκε και η οποία παραμένει εκκρεμής.

Αν ζητάμε τεκμηρίωση για τη «διαφθορά», ας ζητήσουμε τεκμηρίωση και για την αρχειοθέτηση

Ο δικηγόρος των θυμάτων των υποκλοπών Ζαχαρίας Κεσσές σχολίασε σήμερα το άρθρο του Βασίλειου Φλωρίδη χρησιμοποιώντας την ίδια την έννοια της «φλέβας διαφθοράς». Η παρέμβασή του περιλαμβάνει σοβαρότατες καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν διαφορετικοί εισαγγελικοί λειτουργοί την υπόθεση Predator. (παρέμβαση Κεσσέ)

Ο Κεσσές υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν έγιναν κρίσιμες διασταυρώσεις, ότι δεν εξετάστηκαν ουσιώδεις μάρτυρες, ότι δεν αναζητήθηκαν εγκαίρως στοιχεία από παρόχους και κρατικές εγκαταστάσεις και ότι μεταγενέστερα στοιχεία της πρωτόδικης δίκης δεν διερευνήθηκαν όπως, κατά την άποψή του, θα έπρεπε.

Θέτει επίσης ζήτημα αμεροληψίας για συγκεκριμένους εισαγγελικούς χειρισμούς και επικρίνει την απόρριψη αιτημάτων ανάσυρσης της αρχειοθετημένης δικογραφίας.

Πρέπει όμως να είμαστε ακριβείς. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι καταγγελίες του δικηγόρου των θυμάτων. Δεν αποτελούν δικαστική διαπίστωση διαφθοράς. Και ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι δεν υποστηρίζει πως αποδείχθηκε χρηματισμός.

Αυτό που θέτει είναι διαφορετικό. Αν μπορεί να υπάρξει, κατά τη δική του ορολογία, «θεσμική διαφθορά» ως αποτέλεσμα επιλεκτικής αδράνειας, ανεπαρκούς έρευνας ή αποφάσεων που αφήνουν κρίσιμα ερωτήματα αναπάντητα.

Το ερώτημα είναι θεμιτό. Η απάντηση όμως δεν μπορεί να δοθεί με συνθήματα. Πρέπει να δοθεί με τη δικογραφία.

Και η Βασιλική Θάνου λέει κάτι παρόμοιο

Μόλις λίγες ημέρες πριν από τη σημερινή σύγκρουση, η πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρώην υπηρεσιακή πρωθυπουργός Βασιλική Θάνου είχε προχωρήσει σε μια εξαιρετικά αιχμηρή δημόσια τοποθέτηση. Συνέδεσε την κρίση εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη με συγκεκριμένους χειρισμούς στην υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων. (συνέντευξη Θάνου)

Αναφέρθηκε στις ενέργειες της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου το 2022-2023, στην αφαίρεση της δικογραφίας από τους εισαγγελείς του πρώτου βαθμού και στη μεταγενέστερη αρχειοθέτησή της, υποστηρίζοντας ότι οι χειρισμοί αυτοί έπληξαν το αίσθημα δικαίου στην κοινωνία.

Η κ. Θάνου προχώρησε ακόμη περισσότερο. Υποστήριξε ότι η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση στην υπόθεση Predator και μεταγενέστερες δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν αποτελούν νέα στοιχεία που, κατά την άποψή της, επιβάλλουν ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο. (Ανιχνεύσεις)

Και αυτή είναι μία νομική άποψη. Δεν είναι δεσμευτική δικαστική κρίση. Αλλά όταν την εκφράζει μία πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου, δεν μπορεί απλώς να αγνοείται.

Και ενώ συζητάμε αν η υπόθεση έκλεισε, ανοίγουν καινούργιες

Στις 28 Σεπτεμβρίου ο πρώην ευρωβουλευτής Στέλιος Κούλογλου κατέθεσε μήνυση για την αποδεδειγμένη μόλυνση του κινητού του με Pegasus. Στις 5 Οκτωβρίου, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών αποφάσισε να διενεργήσει αυτοτελή προκαταρκτική εξέταση. (Καθημερινή)

Δηλαδή η ελληνική Δικαιοσύνη έχει σήμερα ανοιχτή μια νέα έρευνα για spyware, αυτή τη φορά για το Pegasus και όχι για το Predator.

Παράλληλα εξακολουθεί να υπάρχει η μήνυση του εν ενεργεία στελέχους της ΕΥΠ Γ.Π., ο οποίος ζητά να διερευνηθεί ακόμη και το αδίκημα της κατασκοπείας επειδή το δικό του τηλέφωνο είχε παγιδευτεί με Predator. (Καθημερινή)

Μέχρι σήμερα, σχεδόν δύο μήνες μετά, δεν έχει δημοσιοποιηθεί αντίστοιχη νέα ποινική εξέλιξη από αυτή τη μήνυση.

Και στις 11 Δεκεμβρίου αρχίζει η δευτεροβάθμια δίκη των τεσσάρων πρωτοδίκως καταδικασθέντων για το Predator. (Εστία)

Άρα η φράση ότι «η υπόθεση των υποκλοπών έχει τελειώσει» δεν περιγράφει πλέον τη δικαστική πραγματικότητα.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι το διαφορετικό μέτρο

Δεν χρειάζεται να ισχυριστεί κανείς ότι κάποιοι δικαστικοί λειτουργοί είναι διεφθαρμένοι. Ούτε διαθέτουμε στοιχεία που επιτρέπουν μια τέτοια γενίκευση.

Αλλά όταν ένας ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός χρησιμοποιεί δημόσια τη λέξη «διαφθορά» επειδή διαφωνεί με μια σειρά δικαστικών κρίσεων, ανοίγει αναπόφευκτα μια ευρύτερη συζήτηση.

Εάν η Δικαιοσύνη απαιτεί, σωστά, στοιχεία πριν κάποιος αμφισβητήσει την εντιμότητα των λειτουργών της, τότε η ίδια πρέπει να είναι έτοιμη να εξηγεί με την ίδια αυστηρότητα γιατί συγκεκριμένα στοιχεία θεωρούνται ανεπαρκή για να ερευνηθούν περαιτέρω σοβαρές υποθέσεις δημόσιου ενδιαφέροντος.

Αυτό δεν είναι επίθεση στη Δικαιοσύνη. Είναι η ουσία της λογοδοσίας.

Και τώρα ένα ακόμη παράδοξο

Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης εξετάζει εάν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής διαδικασίας για τη δημόσια παρέμβαση του Βασίλειου Φλωρίδη. (ΤΑ ΝΕΑ)

Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει κανονικά στον υπουργό Δικαιοσύνης. Δηλαδή στον αδελφό του.

Λόγω αυτής της συγγενικής σχέσης, πληροφορίες αναφέρουν ότι ενδεχόμενος σχετικός χειρισμός μπορεί να ανατεθεί στον υφυπουργό Δικαιοσύνης Ιωάννη Μπούγα. Μέχρι στιγμής πρόκειται για δημοσιογραφικές πληροφορίες και όχι για ανακοινωμένη πειθαρχική δίωξη.

Αν μη τι άλλο, η κατάσταση δείχνει γιατί οι θεσμικές αποστάσεις και οι κανόνες αποχής υπάρχουν. Όχι επειδή η συγγένεια αποδεικνύει μεροληψία. Αλλά επειδή η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να είναι ανεξάρτητη. Πρέπει και να φαίνεται ανεξάρτητη.

Η «φλέβα» που πρέπει πραγματικά να μας απασχολεί

Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο των τελευταίων ημερών να μην είναι ποιος έχει δίκιο στη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση. Αυτό θα το κρίνει το αρμόδιο δικαστήριο.

Το ανησυχητικό είναι ότι κορυφαίοι λειτουργοί της ίδιας της Δικαιοσύνης μιλούν πλέον δημόσια με όρους διαφθοράς, θεσμικού ολοκληρωτισμού, φόβου, υποταγής και απώλειας εμπιστοσύνης.

Η Βασιλική Θάνου μιλά για βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Ο Βασίλειος Φλωρίδης μιλά για «φλέβα διαφθοράς». Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απαντά με «θεσμικό ολοκληρωτισμό». Η Ένωση Εισαγγελέων ζητά αυτοσυγκράτηση. Και η ηγεσία του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει για να υπενθυμίσει τα όρια.

Αυτό από μόνο του είναι είδηση.

Και η υπόθεση των υποκλοπών βρίσκεται αναπόφευκτα στο κέντρο αυτής της συζήτησης, επειδή αποτελεί ίσως το σημαντικότερο σύγχρονο παράδειγμα μιας υπόθεσης στην οποία μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα.

Να ερευνηθούν όλα. Με το ίδιο μέτρο. Με την ίδια αυστηρότητα. Με την ίδια ταχύτητα.

Είτε ο ελεγχόμενος είναι ένας πολίτης. Είτε ένας επιχειρηματίας. Είτε ένας υπουργός. Είτε ένας δικαστής. Είτε ένας εισαγγελέας.

Γιατί σε ένα πραγματικό Κράτος Δικαίου, η σημαντικότερη αρχή δεν είναι ότι κανείς δεν κάνει λάθος. Είναι ότι κανείς δεν βρίσκεται πάνω από τον έλεγχο.

*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer

Σημείωση: Το άρθρο διακρίνει τις δικαστικά διαπιστωμένες πράξεις από τις δημόσιες καταγγελίες και νομικές εκτιμήσεις. Δεν αποδίδεται ποινική ή πειθαρχική ευθύνη σε πρόσωπο χωρίς σχετική απόφαση.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του f2news.gr

ΚοινοποίησηFacebookWhatsAppViber