Αναταραχή στην Δικαιοσύνη - Υπόθεση Φλωρίδη: Από τη δημόσια καταγγελία στον πειθαρχικό έλεγχο
Η απάντηση του Αντεισαγγελέα στα «ΝΕΑ», η διαβίβαση του φακέλου στο ΣτΕ και το ερώτημα αν η Δικαιοσύνη εφαρμόζει το ίδιο μέτρο για όλους

Του Κώστα Αγγελάκη*
Η υπόθεση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη πέρασε πλέον από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις σε μια θεσμική διαδικασία ελέγχου. Και αυτό είναι το πραγματικό νέο της 27ης Οκτωβρίου. Δεν συζητούμε πια μόνο για ένα άρθρο που προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις στον νομικό κόσμο. Συζητούμε για τον τρόπο με τον οποίο η Δικαιοσύνη ελέγχει έναν από τους ανώτατους λειτουργούς της, χωρίς να θίγει ούτε την ανεξαρτησία του ούτε εκείνη των δικαστών που κλήθηκαν να κρίνουν διαφορετικά από αυτόν.
Το ιστορικό είναι γνωστό. Στις 22 Οκτωβρίου, με άρθρο του στην «Καθημερινή» υπό τον τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη», ο κ. Φλωρίδης επέκρινε τον χειρισμό εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης με έντεκα κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων συγγενικό πρόσωπο υπουργού. Στο στάδιο της αναίρεσης είχε υποστηρίξει την απαλλαγή τους, αλλά η σχετική κρίση δεν έγινε δεκτή από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Οι αντιδράσεις που ακολούθησαν ήταν έντονες. Τα νέα γεγονότα, ωστόσο, έχουν πλέον δική τους βαρύτητα.
Η διαβίβαση στο ΣτΕ και τι πραγματικά σημαίνειΣύμφωνα με τα σημερινά δημοσιεύματα, ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας διαβίβασε τον σχετικό φάκελο στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μιχάλη Πικραμένο, για πειθαρχική διερεύνηση. Αναμένεται να οριστεί Αντιπρόεδρος του ΣτΕ για την εξέταση των στοιχείων και τη σύνταξη πορισματικής αναφοράς. Τη διαδικασία χειρίστηκε ο Υφυπουργός, καθώς ο αρμόδιος Υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης είναι αδελφός του ελεγχόμενου εισαγγελικού λειτουργού.
Αυτό είναι σοβαρή θεσμική εξέλιξη, όχι όμως απόφαση ενοχής. Η διαβίβαση ενός φακέλου δεν ισοδυναμεί με πειθαρχική καταδίκη ούτε αποδεικνύει ότι η δημόσια τοποθέτηση υπήρξε παράνομη. Ο έλεγχος οφείλει να εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά, να ακούσει τη θέση του ενδιαφερομένου και να κρίνει με βάση τις αρμοδιότητες και τις εγγυήσεις της προβλεπόμενης διαδικασίας. Η δημοσιότητα δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμά του.
Η ανάληψη του σχετικού χειρισμού από τον Υφυπουργό αποτυπώνει, πάντως, κάτι που συχνά παραβλέπεται. Όταν υφίστανται στενές οικογενειακές σχέσεις, ακόμη και η εικόνα θεσμικής αμεροληψίας απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η συγγένεια δεν αποδεικνύει μεροληψία. Είναι όμως λόγος να επιλέγονται καθαρές διαδικασίες, ώστε να μην αφήνονται σκιές.
Η απάντηση Φλωρίδη και η αντίφαση που παραμένειΣτη σημερινή του τοποθέτηση στα «ΝΕΑ», ο κ. Φλωρίδης υπερασπίζεται τη δημόσια παρέμβασή του. Υποστηρίζει ότι επιδίωξε να αναδείξει έναν γενικό θεσμικό κίνδυνο, χωρίς να στοχοποιήσει ονομαστικά συναδέλφους του ή να δημοσιοποιήσει στοιχεία της δικογραφίας. Δηλώνει ακόμη ότι η σιωπή απέναντι σε φαινόμενα διαφθοράς μπορεί να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Η θέση αυτή, ως γενική αρχή, δεν είναι αβάσιμη. Κανένας θεσμός δεν προστατεύεται με την απόκρυψη πραγματικών παρανομιών.
Όμως εδώ βρίσκεται η ουσία της κριτικής. Άλλο η δημόσια συζήτηση για τις παθογένειες της Δικαιοσύνης και άλλο η καταγγελία διαφθοράς με αφορμή συγκεκριμένη, ακόμη εκκρεμή υπόθεση, στην οποία ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε διατυπώσει πρόταση που απορρίφθηκε. Το γεγονός ότι δεν κατονομάστηκαν όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν αναιρεί ότι η υπόθεση ήταν αναγνωρίσιμη. Και όσο υψηλότερη είναι η θέση του ομιλητή, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα έχουν οι δημόσιες αιχμές του.
Η ηγεσία του Αρείου Πάγου έχει ήδη υπενθυμίσει ότι οι εισαγγελικές προτάσεις δεν δεσμεύουν τα δικαστικά συμβούλια και ότι οι προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες δεν μπορούν να αντικαθίστανται από δημόσια αντιπαράθεση για υπόθεση που εκκρεμεί. Η υπενθύμιση αυτή δεν φιμώνει την κριτική. Θέτει το αυτονόητο όριο ανάμεσα στη δυνατότητα διαφωνίας και στην ανεπηρέαστη κρίση του φυσικού δικαστή.
Υπάρχει και ένα επιπλέον σημείο που αξίζει απάντηση. Ο κ. Φλωρίδης επικαλέστηκε στα «ΝΕΑ» ότι είχε αποχωρήσει από χειρισμό σχετικό με την υπόθεση των Τεμπών λόγω της ιδιότητας του αδελφού του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ για την επίμαχη ποινική υπόθεση θεωρεί ότι δεν υπήρχε αντίστοιχος λόγος αποχής επειδή, κατά την άποψή του, δεν είχε πολιτικό χαρακτήρα. Πρόκειται για τη δική του εξήγηση. Δεν αποδεικνύει παρατυπία, αναδεικνύει όμως την ανάγκη σαφών και ενιαίων κριτηρίων, ιδίως όταν μεταξύ των κατηγορουμένων υπάρχει συγγενής άλλου εν ενεργεία Υπουργού.
Η παρέμβαση Ζαχ. Κεσσέ και το αίτημα συνέπειαςΣτη συζήτηση προστέθηκε σήμερα και νέα παρέμβαση του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, ο οποίος επανήλθε δημόσια συνδέοντας την επίκληση της θεσμικής ευθύνης από τον κ. Φλωρίδη με τις δικαστικές διαδρομές της υπόθεσης υποκλοπών Predator. Θέτει ερωτήματα για συγκεκριμένους εισαγγελικούς χειρισμούς, τη διαβίβαση δικογραφιών, την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και πιθανά ζητήματα αποχής. Με τη δική του κριτική ρωτά, ουσιαστικά, γιατί η δημόσια ευαισθησία απέναντι σε ενδεχόμενες παρεμβάσεις δεν εκδηλώθηκε, κατά την εκτίμησή του, και σε εκείνες τις περιπτώσεις.
Οι αιτιάσεις του Κεσσέ πρέπει να αντιμετωπιστούν ως όσα είναι. Δημόσιοι ισχυρισμοί και ερωτήματα δικηγόρου που έχει εμπλακεί στην υπεράσπιση θυμάτων των υποκλοπών. Δεν συνιστούν αυτοτελή απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς οποιουδήποτε εισαγγελικού λειτουργού. Ούτε η μη δημόσια τοποθέτηση ενός Εισαγγελέα σε άλλη υπόθεση αποδεικνύει συγκάλυψη. Ωστόσο, η απαίτηση να εφαρμόζεται το ίδιο αυστηρό μέτρο λογοδοσίας σε όλες τις σοβαρές υποθέσεις είναι απολύτως θεμιτή.
Εδώ η κριτική μπορεί να γίνει ουσιαστική, χωρίς χαρακτηρισμούς και χωρίς υποκατάσταση του δικαστηρίου. Εφόσον δημόσιοι ισχυρισμοί για δυσλειτουργίες ή παραλείψεις στη διερεύνηση των υποκλοπών συνοδεύονται από συγκεκριμένα στοιχεία, οι αρμόδιοι θεσμοί οφείλουν να τους εξετάζουν και να εξηγούν τις αποφάσεις τους με την απαιτούμενη αιτιολογία. Η αξιοπιστία δεν διασώζεται με διαφορετικό μέτρο ανάλογα με το ποιος υποβάλλει το ερώτημα ή ποια υπόθεση βρίσκεται στο προσκήνιο.
Η ουσία δεν είναι ποιος θα κερδίσει τη δημόσια σύγκρουσηΥπάρχει κίνδυνος η υπόθεση Φλωρίδη να μετατραπεί σε ακόμη μία αντιπαράθεση δηλώσεων, όπου κάθε πλευρά αναζητεί την επιβεβαίωση των ήδη διαμορφωμένων θέσεών της. Αυτό θα ήταν η χειρότερη εξέλιξη για τη Δικαιοσύνη. Το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσει επικοινωνιακά ένας Εισαγγελέας, μία δικαστική ένωση ή ένας δικηγόρος. Είναι να αποσαφηνιστεί τι επιτρέπεται στον δημόσιο λόγο ενός εν ενεργεία ανώτατου δικαστικού λειτουργού, ιδίως όταν η δική του υπηρεσιακή κρίση δεν έγινε δεκτή.
Αν πράγματι υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία διαφθοράς, οφείλουν να κατατεθούν και να ελεγχθούν από τα αρμόδια όργανα. Αν πρόκειται για διαφορετική νομική αξιολόγηση της ίδιας δικογραφίας, αυτή από μόνη της δεν αρκεί για να προσβάλει την εντιμότητα όσων έκριναν διαφορετικά. Και αν υπάρχει ζήτημα πειθαρχικής ευθύνης για δημόσια παρέμβαση, αυτό πρέπει να διερευνηθεί χωρίς προκατάληψη και χωρίς προειλημμένο συμπέρασμα.
Κατά τη γνώμη μου, η δυσκολότερη δοκιμασία για το Κράτος Δικαίου δεν είναι να ελέγχει τους αδύναμους. Είναι να μπορεί να ελέγχει τους ισχυρούς, ακόμη και στο εσωτερικό της ίδιας της Δικαιοσύνης, με τους ίδιους κανόνες και την ίδια θεσμική ψυχραιμία. Γι’ αυτό η πειθαρχική διερεύνηση πρέπει να ολοκληρωθεί με πραγματική ανεξαρτησία και επαρκή αιτιολογία. Και γι’ αυτό η συζήτηση για τις εκκρεμότητες της υπόθεσης υποκλοπών Predator δεν πρέπει να κλείσει απλώς επειδή ενοχλεί.
Το κύρος της Δικαιοσύνης δεν υπερασπίζεται ούτε με ατεκμηρίωτες κατηγορίες ούτε με απρόσβλητες εξουσίες. Υπερασπίζεται όταν κάθε σοβαρός ισχυρισμός εξετάζεται, κάθε δικαστική κρίση γίνεται σεβαστή και κανένα πρόσωπο, όσο υψηλή θέση και αν κατέχει, δεν εξαιρείται από τον έλεγχο.
Πηγές1. Η Καθημερινή, πρωτότυπο άρθρο Β. Φλωρίδη, 22.10.2026
2. ΤΑ ΝΕΑ, συνέντευξη Β. Φλωρίδη, 27.10.2026
3. ΤΑ ΝΕΑ, πειθαρχική διερεύνηση, 27.10.2026
4. F2News.gr, ανακοινώσεις και αντίλογος Αρείου Πάγου, 24.10.2026
5. F2News.gr, Συντονιστική Επιτροπή Ολομέλειας Δικηγορικών Συλλόγων, 24.10.2026
6. Dnews, δημόσια παρέμβαση Ζαχαρία Κεσσέ, 27.10.2026
*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer
Σημείωση: Η πειθαρχική διερεύνηση δεν συνιστά διαπίστωση ευθύνης. Οι αιτιάσεις για το Predator αποδίδονται στον Ζ. Κεσσέ, όχι σε δικαστική κρίση.
Κώστας Αγγελάκης