Δημοκρατική κρίση στην Ευρώπη - Όταν οι Θεσμοί κρύβουν την πολιτική ευθύνη
Από τη Ρουμανία, την Πολωνία και τη δημοκρατική κρίση της Ευρώπης έως το Δημοψήφισμα του 2015, την Τραγωδία των Τεμπών, τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ της Ελλάδας. Οι πολιτικές ευθύνες δεν περιμένουν την τελευταία δικαστική απόφαση

Του Κώστα Αγγελάκη*
Η Ευρώπη δεν πάσχει από έλλειψη διακηρύξεων. Πάσχει από έλλειψη πολιτικής λογοδοσίας. Κάθε φορά που αποκαλύπτεται μια θεσμική εκτροπή, κάθε φορά που η λαϊκή βούληση παραμερίζεται ή μια κυβερνητική απόφαση προκαλεί σοβαρά ερωτήματα, η απάντηση είναι σχεδόν τυποποιημένη. «Οι Θεσμοί λειτουργούν. Ας περιμένουμε τη Δικαιοσύνη». Και όσο περιμένουμε, οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να κυβερνούν, οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες διαχειρίζονται τον πολιτικό έλεγχο και η ευρωπαϊκή ηγεσία περιορίζεται συχνά σε εκθέσεις και συστάσεις.
Αυτή ακριβώς είναι η κρίση της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι ότι δεν διαθέτει Θεσμούς, αλλά ότι η επίκλησή τους χρησιμοποιείται πολύ συχνά ως άλλοθι για να μη συζητηθούν οι πολιτικές ευθύνες. Η ποινική ενοχή ενός προσώπου είναι υπόθεση της Δικαιοσύνης. Η πολιτική ευθύνη μιας κυβέρνησης για όσα συνέβησαν στη δική της διακυβέρνηση είναι υπόθεση της Δημοκρατίας. Το ένα δεν καταργεί το άλλο. Και κανένας πρωθυπουργός δεν δικαιούται να απαιτεί πολιτική ασυλία μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι βαθμίδες μιας δικαστικής διαδικασίας.
Η πρόσφατη παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού της Σλοβενίας Γιάνεζ Γιάνσα περιγράφει μια ήπειρο γεμάτη θεσμικές συγκρούσεις. Δεν είναι όλες οι επιμέρους αιτιάσεις του ακριβείς. Το ουσιαστικό, όμως, δεν είναι να υιοθετήσουμε κάθε φράση του. Είναι να κοιτάξουμε τις πραγματικές ρωγμές της Ευρώπης. Στη Ρουμανία ακυρώθηκε το 2024 ολόκληρη η προεδρική εκλογική διαδικασία με απόφαση του εθνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στην Πολωνία οι διαδοχικές κυβερνήσεις συγκρούστηκαν για τη Δικαιοσύνη και τη δημόσια τηλεόραση. Στην Ουγγαρία η διαμάχη για την ανεξαρτησία των Θεσμών οδήγησε ακόμη και σε ευρωπαϊκές διαδικασίες ελέγχου. Αυτά δεν είναι συνθήματα. Είναι γεγονότα που πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Ας μην αναζητούμε λοιπόν ένα φανταστικό κέντρο που δίνει εντολές για κάθε εθνική εξέλιξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ακύρωσε η ίδια τις εκλογές της Ρουμανίας. Έχει, όμως, πολιτική ευθύνη να διασφαλίζει ότι οι κοινές αρχές της δεν εφαρμόζονται με διαφορετική αυστηρότητα ανάλογα με την κυβέρνηση, τον γεωπολιτικό συσχετισμό ή την κομματική οικογένεια που βρίσκεται στην εξουσία. Όταν ο ευρωπαϊκός έλεγχος γίνεται ισχυρότερος απέναντι σε ορισμένους και πιο διακριτικός απέναντι σε άλλους, η υπόσχεση της ισονομίας αδειάζει από περιεχόμενο.
Η αντίφαση είναι εξίσου ορατή στην οικονομία. Η Γερμανία αναζητεί διέξοδο από την πίεση στην παραγωγή και στην ενέργεια. Η Γαλλία ταλανίζεται από δημοσιονομική και πολιτική αβεβαιότητα. Η Ιταλία παλεύει με το βάρος του χρέους και της αναπτυξιακής στασιμότητας. Οι κοινωνίες βλέπουν το κόστος στέγασης και ζωής να πιέζει την καθημερινότητά τους, ενώ η ευρωπαϊκή ηγεσία μιλά διαρκώς για ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία. Σύμφωνα με ανεξάρτητη αποτίμηση του Ιουλίου 2026, μόλις το 15,7% των 383 μέτρων που παρακολουθούνται στο πλαίσιο της ατζέντας Ντράγκι είχε εφαρμοστεί πλήρως. Ο χρόνος των ευρωπαϊκών ανακοινώσεων δεν είναι ο χρόνος της κοινωνίας.
Και στην εξωτερική πολιτική; Η Ευρώπη εμφανίζεται συχνά ως ισχυρή οικονομική αγορά, αλλά αδύναμος διπλωματικός συνομιλητής. Στον Πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας δεν αρκεί να ανακοινώνει νέα πακέτα βοήθειας χωρίς μια σαφή, αυτοτελή στρατηγική για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Η απευθείας συνεννόηση Τραμπ–Πούτιν μπορεί να ανοίξει διπλωματική διέξοδο, όμως η Ευρώπη δεν πρέπει να περιμένει απλώς τις αποφάσεις άλλων. Στον επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν η έλλειψη ενιαίας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας και η αβεβαιότητα για την ενεργειακή ασφάλεια αποκαλύπτουν ξανά τα όρια της κοινής εξωτερικής πολιτικής. Η ειρήνη δεν μπορεί να αποτελεί επιλεκτικό σύνθημα.
Η Ελλάδα προσφέρει ίσως το πιο αποκαλυπτικό παράδειγμα του χάσματος ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις. Τον Ιούλιο του 2015 το 61,31% απέρριψε στο Δημοψήφισμα την πρόταση των πιστωτών που είχε τεθεί στην κάλπη. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν μετέτρεψε εκείνο το αποτέλεσμα σε αντίστοιχη κυβερνητική πολιτική. Λίγες εβδομάδες αργότερα συμφωνήθηκε νέο πρόγραμμα και ακολούθησε το τρίτο Μνημόνιο. Οι εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες εξηγούν την απόφαση, δεν καταργούν όμως την πολιτική ευθύνη για την ανατροπή της προσδοκίας που δημιούργησε το Δημοψήφισμα. Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί πίεσαν, και το χάσμα μεταξύ λαϊκής εντολής και τελικής επιλογής έμεινε ανοιχτό.
Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσιάζει τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» περίπου ως πιστοποιητικό θεσμικής αξιοπιστίας. Αλλά το να ανήκει μια χώρα στην ΕΕ δεν αθωώνει πολιτικά την κυβέρνησή της. Η υπόθεση της Τραγωδίας των Τεμπών είναι το πιο οδυνηρό παράδειγμα. Πενήντα επτά άνθρωποι χάθηκαν. Ακολούθησαν χειρισμοί στον χώρο της τραγωδίας που δεν αποτελούν πια μόνο αντικείμενο πολιτικής καταγγελίας. Το Δικαστικό Συμβούλιο παρέπεμψε τον πρώην Υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο και τέσσερα ακόμη πρόσωπα στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση της αλλοίωσης του χώρου. Ακόμη κι αν το δικαστήριο κρίνει διαφορετικά την ατομική τους ευθύνη, το πολιτικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο. Ποιος ανέλαβε την ευθύνη για την προστασία του τόπου της τραγωδίας και του αποδεικτικού υλικού;
Η πολιτική ευθύνη για τα Τέμπη δεν αρχίζει και δεν τελειώνει σε ένα βούλευμα. Αφορά την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, τις δημόσιες δεσμεύσεις που προηγήθηκαν, την ανταπόκριση του κρατικού μηχανισμού και τη μεταγενέστερη διαχείριση. Όταν η κυβέρνηση απαντά κυρίως ότι «η Δικαιοσύνη ερευνά», αποφεύγει το δικό της καθήκον. Να δώσει πλήρη και δημόσιο πολιτικό απολογισμό. Ας ερευνά η Δικαιοσύνη. Η Βουλή και η κοινωνία δικαιούνται να ελέγχουν την κυβέρνηση στο μεταξύ.
Στις υποκλοπές, επίσης, δεν συζητούμε πια μόνο δημοσιογραφικές υποψίες. Στις 26 Φεβρουαρίου 2026 τέσσερα πρόσωπα συνδεδεμένα με το Predator καταδικάστηκαν πρωτοδίκως για παράνομες παρακολουθήσεις. Η υπόθεση εξετάστηκε και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Παραμένουν σοβαρά θεσμικά ερωτήματα για το εύρος των παρακολουθήσεων, την προστασία των πολιτών και την αποτελεσματικότητα του ελέγχου της κρατικής εξουσίας. Η κυβέρνηση αρνείται εμπλοκή στη χρήση του λογισμικού. Όμως η πολιτική λογοδοσία δεν μπορεί να εξαντλείται σε αυτή την άρνηση, ούτε στην επίκληση προηγούμενων εισαγγελικών αποφάσεων που δεν απάντησαν σε κάθε δημόσιο ερώτημα.
Στον ΟΠΕΚΕΠΕ η κατάσταση είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άσκησε τον Ιούλιο του 2026 διώξεις κατά 22 προσώπων, ανάμεσά τους τέσσερις εν ενεργεία Βουλευτές, στο πλαίσιο έρευνας για καταχρηστική διαχείριση ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων. Η ίδια η Εισαγγελία περιέγραψε ενδείξεις παρεμβάσεων σε ελέγχους, μεταβολών στοιχείων και ψευδών πιστοποιήσεων. Δεν πρόκειται για απλή αντιπολιτευτική ρητορική. Πρόκειται για επίσημη εισαγγελική έρευνα που αγγίζει τη λειτουργία ενός κρατικού μηχανισμού και τη διαχείριση χρημάτων των Ευρωπαίων φορολογουμένων.
Το ακόμη σοβαρότερο είναι ότι στις 22 Μαΐου 2026 η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας προειδοποίησε δημοσίως πως ελληνικές νομοθετικές και θεσμικές ενέργειες επηρέαζαν αρνητικά την ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Όταν ένας ευρωπαϊκός ελεγκτικός Θεσμός διατυπώνει τέτοια επιφύλαξη για κράτος μέλος, δεν αρκεί να απαντά η πολιτική εξουσία με διαβεβαιώσεις περί ομαλότητας. Ούτε αρκεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να περιορίζεται σε έναν ετήσιο κύκλο συστάσεων, σαν να πρόκειται για διαχειριστική εκκρεμότητα.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα μετά την αποχαιρετιστήρια συνέντευξη της Λάουρα Κοβέσι στο Politico, στις 28 Οκτωβρίου. Η απερχόμενη επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας χαρακτήρισε τη σύγκρουση για τις θητείες των Ελλήνων εντεταλμένων Εισαγγελέων ως την πιο απροκάλυπτη απόπειρα εκφοβισμού που αντιμετώπισε η υπηρεσία της. Παράλληλα, προειδοποίησε για τον κίνδυνο σταδιακής αποδυνάμωσης του Θεσμού από την υποχρηματοδότηση και τη γραφειοκρατική αδράνεια. Εδώ δεν έχουμε μόνο μια αντιπολιτευτική καταγγελία, αλλά τη δημόσια θεσμική αξιολόγηση της απερχόμενης Ευρωπαίας Γενικής Εισαγγελέως. Οι ελληνικές Αρχές επικαλούνται τη δική τους ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Οφείλουν, όμως, να εξηγήσουν πώς διασφαλίζεται ότι η υπηρεσιακή διαμάχη δεν παρεμποδίζει ευρωπαϊκές έρευνες.
Η αντιπαράθεση αυτή αποκτά συγκεκριμένο ανθρώπινο και υπηρεσιακό περιεχόμενο στην περίπτωση της Πόπης Παπανδρέου, της Χαρίκλειας Θάνου και του Διονύση Μουζάκη. Το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είχε εγκρίνει πενταετή ανανέωση, ενώ το ελληνικό Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε διετή παράταση. Τον Ιούνιο, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, χωρίς να κρίνει επί της ουσίας το αίτημά της. Στα τέλη Οκτωβρίου κατατέθηκε νέα αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Εστίας της Κυριακής», το οποίο αναδημοσίευσε το F2News.gr στις 2 Νοεμβρίου, εξετάζεται το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησης της Πόπης Παπανδρέου τον Μάρτιο του 2027 λόγω δυσμενών συνεπειών στην υπηρεσιακή της εξέλιξη. Πρόκειται για πληροφορία αποδιδόμενη σε δικαστικές πηγές, όχι για ανακοινωμένη παραίτηση ή προσωπική δήλωση της εισαγγελέως. Εφόσον επιβεβαιωθεί, η εξέλιξη θα εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη συνέχεια των ερευνών και την προστασία των λειτουργών που τις διεξάγουν.
Από την 1η Νοεμβρίου επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι ο Γερμανός Αντρές Ρίτερ. Η αλλαγή ηγεσίας προέκυψε από την κανονική λήξη της επταετούς, μη ανανεώσιμης θητείας της Κοβέσι. Από μόνη της δεν αποδεικνύει «πάγωμα» ελληνικών υποθέσεων, όπως φοβάται στην πρόσφατη πολιτική του παρέμβαση ο Γιώργος Κύρτσος. Η ανησυχία, πάντως, οφείλει να κριθεί με βάση όσα θα γίνουν στη συνέχεια. Στο τέλος του 2025 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατέγραφε στην Ελλάδα 175 ενεργές έρευνες με συνολική εκτιμώμενη ζημία 2,68 δισ. ευρώ. Το ποσό αφορά διαφορετικές κατηγορίες υποθέσεων, όχι μόνο τον ΟΠΕΚΕΠΕ, και δεν συνιστά τελεσίδικα διαπιστωμένη απώλεια. Οι Βρυξέλλες και η Αθήνα καλούνται να αποδείξουν στην πράξη ότι καμία αλλαγή προσώπων, δικαστική εκκρεμότητα ή υπηρεσιακή ρύθμιση δεν θα διακόψει την ανεξάρτητη διερεύνηση της διαχείρισης του ευρωπαϊκού χρήματος.
Το μέγεθος του θεσμικού προβλήματος αποτυπώνεται και σε διεθνείς συγκρίσεις. Στον Δείκτη Κράτους Δικαίου του World Justice Project για το 2026, η Ελλάδα βρίσκεται στην 47η θέση μεταξύ 143 χωρών. Η Ρουάντα βρίσκεται στην 40ή και η Ναμίμπια στην 46η. Η σύγκριση δεν υποτιμά τις αφρικανικές κοινωνίες. Υπογραμμίζει όμως πόσο χαμηλά έχει βρεθεί μια χώρα που επί δεκαετίες παρουσιάζει την ευρωπαϊκή της ιδιότητα ως εγγύηση δημοκρατικής ποιότητας. Στην ελευθερία του Τύπου, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα κατατάσσουν την Ελλάδα 86η ανάμεσα σε 180 χώρες το 2026. Αυτά είναι μετρήσιμα δεδομένα, όχι αντιπολιτευτικές υπερβολές.
Τι κάνει η ΕΕ απέναντι σε όλα αυτά; Διαθέτει σοβαρούς Θεσμούς, ορισμένοι από τους οποίους, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, έχουν πράγματι κινηθεί. Αλλά οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες οφείλουν να απαντήσουν γιατί η προστασία των Αρχών μοιάζει συχνά πιο αδύναμη από την προστασία της πολιτικής ισορροπίας μεταξύ κυβερνήσεων. Αν η Ένωση θέλει να αντιμετωπίζεται ως κοινότητα δικαίου και όχι ως λέσχη εξουσιών, πρέπει να απαιτεί αποτελέσματα, λογοδοσία και ουσιαστική εφαρμογή των κανόνων, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια ακόμη φιλοευρωπαϊκή ομιλία του πρωθυπουργού για να πειστεί ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Χρειάζεται απαντήσεις για τα Τέμπη, τις υποκλοπές και τη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων. Χρειάζεται ανεξάρτητη ενημέρωση, ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, θεσμούς που δεν ταυτίζονται με τις ανάγκες της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Και χρειάζεται πολιτική για την ακρίβεια, τη στέγαση, τους μισθούς και τους νέους που βλέπουν τη ζωή τους να αναβάλλεται. Η δημοκρατική αξιοπιστία δεν χωρίζεται από την κοινωνική πραγματικότητα.
Δεν είναι αντιευρωπαϊσμός να καταγγέλλει κανείς τις αντιφάσεις της σημερινής Ένωσης. Αντιθέτως, είναι απαίτηση να τηρηθεί η αρχική της υπόσχεση. Δεν είναι υπονόμευση της Δικαιοσύνης να απαιτείται πολιτική ευθύνη πριν ολοκληρωθούν όλες οι δικαστικές διαδικασίες. Είναι η στοιχειώδης διάκριση της δημοκρατικής λογοδοσίας από την ποινική καταδίκη. Οι κυβερνήσεις κρίνονται και για όσα έπραξαν, και για όσα παρέλειψαν, και για όσα επιχειρούν να αφήσουν εκτός δημόσιας συζήτησης.
Η Ευρώπη δεν θα ξανακερδίσει τους πολίτες της αν συνεχίσει να κρύβεται πίσω από τις διαδικασίες της. Και η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θα απαντήσει στα μεγάλα θεσμικά σκάνδαλα επικαλούμενη απλώς ότι «τον λόγο έχει η Δικαιοσύνη». Τον λόγο έχει και η κοινωνία. Τον λόγο έχει η Βουλή. Τον λόγο έχει η πολιτική ευθύνη. Η Δημοκρατία δεν αναστέλλεται έως την έκδοση μιας αμετάκλητης απόφασης.
*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer
Πηγές
1. World Justice Project — Rule of Law Index 2026 (21/10/2026)
2. Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς — Ελλάδα στην 47η θέση, 2026
3. World Justice Project 2026 — Σύγκριση Ρουάντας, Ναμίμπιας και Ελλάδας
4. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία — Διώξεις για ΟΠΕΚΕΠΕ (16/07/2026)
5. Ευρωπαϊκή Εισαγγελία — Επισημάνσεις για την ανεξαρτησία της στην Ελλάδα (22/05/2026)
6. ΕΡΤ — Τέμπη, παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο (29/09/2026)
7. Καθημερινή — Δικαστική απόφαση για τους χειρισμούς στα Τέμπη (30/09/2026)
8. Reuters — Πρωτόδικη καταδίκη στην υπόθεση Predator (26/02/2026)
9. Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Συζήτηση για Predatorgate (Μάρτιος 2026)
10. Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα — Κατάταξη Ελλάδας 2026
11. Ευρωπαϊκή Επιτροπή — Έκθεση Κράτους Δικαίου 2026 για την Ελλάδα
12. Υπουργείο Εσωτερικών — Αποτελέσματα δημοψηφίσματος 2015
13. EPIC — Draghi Implementation Index, Ιούλιος 2026
14. Ευρωπαϊκό Συμβούλιο — Άρθρο 7: Ουγγαρία και Πολωνία
15. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Κοινοτήτων — Ρουμανία 2024, εκλογές
16. Politico, 28/10/2026 — Αποχαιρετιστήρια συνέντευξη Λάουρα Κοβέσι
17. Καθημερινή, 28/10/2026 — Η Κοβέσι για την απόπειρα εκφοβισμού στην Ελλάδα
18. ΕΡΤ, 11/05/2026 — Διετής ανανέωση Παπανδρέου, Θάνου, Μουζάκη
19. ΕΡΤ, 24/06/2026 — Απόφαση Ολομέλειας Αρείου Πάγου
20. Dikastiko.gr, 27/10/2026 — Προσφυγή Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο ΣτΕ
21. F2News.gr, 02/11/2026 — Δημοσίευμα Εστίας για την Πόπη Παπανδρέου
22. Συμβούλιο της ΕΕ, 09/03/2026 — Διορισμός Αντρές Ρίτερ
23. EPPO, Ετήσια έκθεση 2025 — 175 ενεργές ελληνικές έρευνες, €2,68 δισ.
Κώστας Αγγελάκης