Επιτελική διακυβέρνηση Μητσοτάκη: Μακάρι να ήταν μόνο αλαζονεία…

Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)
Ήταν, ομολογουμένως, το πιο απολαυστικό πολιτικό οξύμωρο των τελευταίων ημερών. Η εμφάνιση μιας ιστορικής πολιτικής φιγούρας, η οποία διαχρονικά ενδύεται τον μανδύα του σοφού Βούδα επί παντός επιστητού, να διαπιστώνει ότι το υπουργικό συμβούλιο έχει καταληφθεί από «αλαζονεία» και πως ήρθε η ώρα, επιτέλους, να «ξεκαβαλικέψουν».
Βέβαια όταν το πρόσωπο που εγκαλεί τους άλλους για έπαρση είναι η ίδια η Ντόρα Μπακογιάννη από το ύψος μιας μόνιμης, ακλόνητης αυθεντίας, η έννοια της αυτοκριτικής απλώς πηδάει από το παράθυρο. Το πραγματικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι το ποιος κουνάει το δάχτυλο. Το πρόβλημα είναι η ίδια η λέξη που επελέγη με χειρουργική ακρίβεια για να καμουφλάρει τη ζοφερή πραγματικότητα.
Αναρωτιέται κανείς, ακούγοντας τη συγκεκριμένη δήλωση: πρόκειται άραγε για μια αριστοτεχνική, συνειδητή επιλογή προκειμένου να θολώσει τα νερά, ή μήπως, τελικά, η κ. Μπακογιάννη αγνοεί την ακριβή σημασία της λέξης που αποφάσισε να εκστομίσει;
Η λέξη «αλαζονεία», βλέπετε, λειτουργεί εδώ ως ένα εξόχως βολικό, σχεδόν αριστοκρατικό συγχωροχάρτι. Υπονοεί την ύπαρξη ικανότητας. Ο αλαζόνας είναι, εξ ορισμού, κάποιος που έχει παράξει έργο, που κατέχει τη γνώση, και ο οποίος, μεθυσμένος από την επιτυχία του, χάνει το μέτρο. Στη δική μας περίπτωση, όμως, δεν έχουμε να κάνουμε με τον εκτροχιασμό κάποιας τεχνοκρατικής υπεροχής, αλλά με την εναγώνια προσπάθεια συγκάλυψης μιας πρωτοφανούς πολιτικής γύμνιας. Όταν το πολιτικό υποκείμενο στερείται περιεχομένου, η παραδοχή της ανικανότητάς του ισοδυναμεί με τον τερματισμό της ύπαρξής του. Γι’ αυτό, ο ανεπαρκής δεν ζητά ποτέ συγγνώμη. Επιστρατεύει, ως καθαρό αντανακλαστικό επιβίωσης, το θράσος, τον χλευασμό και την τρομοκρατία.
Δεν καβάλησαν κανένα καλάμι· απλώς στέκονται στο κενό και απαιτούν με περισσό θράσος να πιστέψουμε ότι πετάνε. Αλήθεια, αναρωτιέται κανείς με εκείνο το πικρό μειδίαμα του πολίτη που τα έχει πλέον δει όλα: τι ακριβώς θα πάει να πει, φερ’ ειπείν, εκείνος ο βουλευτής Πιερίας —ονόματα δεν λέμε, Σπύρο Κουλκουδίνα τον λένε— στους ψηφοφόρους του; Θα τους μαζέψει στην πλατεία για να τους νουθετήσει με επιτελική σοβαρότητα λέγοντας «Παιδιά, αν δεν σας φτάνουν τα λεφτά για βενζίνη, πάρτε το ΚΤΕΛ μωρέ, τι κάνετε έτσι;»; Είναι αυτή αλαζονεία; Ή μήπως είναι η κραυγαλέα απόδειξη ότι δεν έχουν την παραμικρή επαφή με το τι συμβαίνει έξω στην κοινωνία;
Η αλήθεια είναι πως αυτή η διαρκής, συλλογική λούπα του «δεν καταλάβατε καλά τι ήθελα να πω» συνιστά την επιτομή της πιο ακραίας ψυχολογικής χειραγώγησης. Έχουν αναγάγει τη συστηματική διαστρέβλωση της πραγματικότητας σε μορφή τέχνης, με μοναδικό στόχο να βαφτίσουν το κρέας ψάρι και, στο τέλος, να μας εγκαλέσουν επειδή … δεν έχουμε όρεξη για θαλασσινά.
Σου πετάνε κατάμουτρα την πιο εξωφρενική, την πιο χυδαία κοτσάνα. Η κοινωνία παγώνει, η δήλωση κάνει τον γύρο του διαδικτύου, τα αυτιά μας ματώνουν. Και το επόμενο πρωί, αντί να εξαφανιστούν από προσώπου γης, αντί να ψελλίσουν έστω μια συγγνώμη της προκοπής, βγαίνουν στα τηλεοπτικά παράθυρα εγκαλώντας εμάς!
«Παρερμηνεύτηκα», αναφωνούν με ύφος πληγωμένου νομπελίστα. «Διαστρεβλώσατε τη σκέψη μου, ο λαϊκισμός σας είναι τοξικός». Μάλιστα. Στατιστικά και μόνο, βρε αδερφέ, αν η μισή σου κοινοβουλευτική ομάδα παρεξηγείται μέρα παρά μέρα, μήπως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα δικά μας αυτιά, αλλά στο δικό σας κενό; Όταν η βασική σου απασχόληση ως κυβέρνηση δεν είναι να παράγεις πολιτική, αλλά να εξηγείς τι στο καλό ήθελε να πει ο υπουργός σου όταν προσέβαλλε τον 80% των Ελλήνων, τότε δεν είσαι σοβαρός κυβερνητικός μηχανισμός. Είσαι μια ομαδική θεραπεία διαχείρισης μυθομανίας.
Πρόκειται για την τέλεια, σχεδόν κλινική εφαρμογή της συμπεριφοράς του εγωπαθούς ναρκισσιστή. Στο στρεβλό, αποστειρωμένο σύμπαν του, ο ναρκισσιστής δεν κάνει ποτέ λάθος. Αν κάτι στραβώσει, φταίνε πάντα οι άλλοι, οι προηγούμενοι, ο κακός μας ο καιρός, η κακιά μας η μοίρα. Και κάνουν εξαγωγή χονδρική τις ευθύνες στο σύμπαν.
Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο ανθολόγιο του παραλόγου. Διότι, όταν αντί να πάρεις πραγματικά μέτρα για να βελτιώσεις τη ζωή του πολίτη, εφευρίσκεις εναλλακτικές «λύσεις» που αποτελούν ευθεία προσβολή στη νοημοσύνη του, ο κατήφορος δεν έχει φρένα.
Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που πριν λίγο χρόνο μας πρότειναν με ύφος χιλίων καρδιναλίων να μετράμε την τιμή της φέτας με το… μισό κιλό, νομίζοντας ότι έτσι θα ξεγελάσουν την τσέπη μας. Είναι εκείνοι που, βλέποντας την κίνηση στην Εθνική Οδό, δεν είδαν πολίτες να πηγαινοέρχονται στις δουλειές τους, αλλά διέγνωσαν έναν φαντασιακό «υπερκαταναλωτισμό». Που έσπευσαν να μας καθησυχάσουν ότι δεν υπάρχει ακρίβεια διότι «γυρίσαμε όλοι μαυρισμένοι από τις διακοπές».
Όταν, όμως, τα ιλουστρασιόν παραμύθια δεν πείθουν, πέφτουν οι μάσκες. Αντί να σκύψουν πάνω από το πρόβλημα, χωρίζουν εν ψυχρώ τους Έλληνες σε «νοικοκύρηδες» και «κακομοίρηδες». Και αν τολμήσεις να ζητήσεις λογοδοσία, η απάντηση δεν είναι πολιτική· είναι ο απόλυτος χλευασμός: «Άγιε Μητσοτάκη κάτσε εκεί που κάθεσαι», ή το περίφημο θεσμικό ερώτημα από μικροφώνου «μήπως καπνίσατε κανέναν μπάφο;».
Και όταν εξαντληθεί το οπλοστάσιο της γραφικότητας και του χλευασμού, όταν η πολιτική πειθώ έχει πλέον χρεοκοπήσει και δεν μπορούν με κανένα λογικό, χειροπιαστό επιχείρημα να εξηγήσουν γιατί αποτελούν την καταλληλότερη επιλογή για τον τόπο, βγάζουν από το μανίκι τον ωμό φόβο και την τρομοκρατία.
Πώς αλλιώς να μεταφράσει κανείς τον αδιανόητο εκβιασμό του εξωκοινοβουλευτικού υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος μας απείλησε ευθέως πως αν δεν τους χαρίσουμε την αυτοδυναμία, θα γίνει «ντου» από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου; Δεν εκπέμπουν αυτοπεποίθηση, εκπέμπουν απελπισία. Και απαιτούν από τον πολίτη, αφού δεν μπορεί να τους ψηφίσει από θαυμασμό, να τους ψηφίσει από πανικό.
Όλη αυτή η ομαδική παράκρουση, ωστόσο, δεν είναι μια τυχαία συνάθροιση αστοχιών. Το βέρτιγκο αυτό διαπερνά ολόκληρο το σύστημα, διότι, πολύ απλά, ο ρυθμός δίνεται απευθείας από την κορυφή. Η παθολογία πηγάζει από το ίδιο το κέντρο της εξουσίας. Πώς να λειτουργήσει λογικά ένας μηχανισμός, όταν ο ίδιος ο επικεφαλής του ζει μονίμως εγκλωβισμένος στο δικό του, αποστειρωμένο, επιτελικό συννεφάκι;
Έχουμε τον Πρωθυπουργό του πιο υπερσυγκεντρωτικού κράτους που γνώρισε ποτέ η μεταπολίτευση, ο οποίος, μπροστά στις μεγαλύτερες θεσμικές κρίσεις, καταφεύγει μονότονα στο πιο βολικό, αλλά και πιο καταστροφικό άλλοθι: την απόλυτη άγνοια.
Μαθαίνει τα πάντα «από την τηλεόραση». Δεν ήξερε, λέει, για τις μαζικές παρακολουθήσεις της δικής του υπηρεσίας πληροφοριών. Δεν γνώριζε για την πλήρη διάλυση κρίσιμων κρατικών υποδομών, μέχρι που το έμαθε με τον πιο τραγικό τρόπο.
Και αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί τολμήσουν να ερευνήσουν τον κρατικό μηχανισμό για διαχείριση κονδυλίων, η απάντηση δεν είναι η διαφάνεια, είναι η ευθεία, θρασύτατη επίθεση στους ίδιους τους ελεγκτές.
Είναι ο ίδιος που, εντελώς εκτός τόπου και χρόνου, αδυνατεί να πιάσει τον παλμό της κοινωνίας. Βαθιά εγκλωβισμένος σε έναν εγωπαθή ναρκισσισμό, θεωρεί πως οι πολίτες δεν νοιάζονται για το κράτος δικαίου, δεν αγωνιούν για τους θεσμούς και την καθημερινή τους επιβίωση, αλλά ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τα δικά του ψηφιακά νομοθετήματα, απαιτώντας από την κοινωνία να στέκεται ως βουβός χειροκροτητής απέναντι στο «άριστο» είδωλό του.
Αυτή η βιομηχανία παραγωγής εναλλακτικής πραγματικότητας εξέθρεψε ένα πολιτικό τέρας, το οποίο τώρα καταβροχθίζει τους δημιουργούς του. Κανένα κόμμα, κανένας πολιτικός οργανισμός δεν διανοείται πλέον να συμπράξει μαζί τους, ούτε καν ως δεκανίκι ανάγκης. Το μοναδικό, το υπέρτατο όραμά τους είναι ένα καθαρό project προσωπικής ματαιοδοξίας: η εξασφάλιση μιας τρίτης συνεχόμενης θητείας με κάθε κόστος, παιγμένο αποκλειστικά πάνω στις πλάτες, στα νεύρα και στην εξάντληση των πολιτών. Για να κρατηθεί ζεστή η καρεκλίτσα, οτιδήποτε μπορεί να θυσιαστεί: η λογική, η αξιοπρέπεια, η ίδια η πραγματικότητα.
Και κάπου εδώ, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το μεγαλύτερο επικοινωνιακό κόλπο αυτής της κυβέρνησης, στο οποίο έπεσε με περισσή αφέλεια σύσσωμη η αντιπολίτευση, αναμασώντας τη δήλωση της σοφής κ. Μπακογιάννη περί αλαζονείας.
Όχι βρε παιδιά. Δεν είναι αλαζονεία. Μακάρι να ήταν απλά αλαζονεία!
Αν ήταν αλαζονεία, θα σήμαινε ότι οι άνθρωποι αυτοί παρήγαγαν κάποιο έργο —οποιοδήποτε έργο— για το οποίο, ίσως, και να είχαν το δικαίωμα να υπερηφανευτούν λιγάκι παραπάνω. Θα σήμαινε ότι έλυσαν έστω ένα πρόβλημα και, πάνω στη χαρά τους, «καβάλησαν το καλάμι».
Αλλά εδώ δεν έχουμε καμία επιτυχία. Εδώ μιλάμε για την απόλυτη, χαοτική ανεπάρκεια. Μιλάμε για ανθρώπους κενούς περιεχομένου, που δεν έχουν να επιδείξουν τίποτα ουσιαστικό, παρά μόνο μια ναρκισσιστική, εγωπαθή συμπεριφορά. Η δήλωση της κ. Μπακογιάννη, λοιπόν, δεν είναι καμία θαρραλέα αυτοκριτική. Είναι σάρκα από τη σάρκα της πολιτικής παθογένειας του Μεγάρου Μαξίμου.
Βαφτίζοντας την απόλυτη κατάντια τους «αλαζονεία», ελπίζουν ότι με έναν κομψό όρο θα εκτονώσουν την οργή και θα κρύψουν κάτω από το χαλί την κραυγαλέα ανικανότητά τους. Μας λένε «ναι, καβαλήσαμε το καλάμι», για να μην αναγκαστούν να παραδεχτούν το προφανές: ότι δεν ξέρουν καν πώς να περπατήσουν.
Όμως, η παράσταση έλαβε τέλος. Το κοινό δεν γελάει πια, ούτε εξοργίζεται· απλώς αποστρέφει το βλέμμα. Η κοινωνία έχει πλέον εμπεδώσει ότι απέναντί της δεν έχει μια κυβέρνηση «αλαζόνων αρίστων», αλλά ένα ατύχημα.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, απέναντι σε ένα τέτοιο διαρκές ατύχημα —απέναντι σε μια ομάδα που αντί να κυβερνά, το μόνο που ξέρει είναι να φωνάζει, να αρνείται κάθε ευθύνη και να προσπαθεί να μας βγάλει όλους τρελούς— αυτό που μένει στα χείλη των πολιτών (κακομοίρηδων και νοικοκύρηδων) είναι ένα περιφρονητικό «Άστο, βρε παιδί μου. Απλώς, δεν κάνεις για τη δουλειά. Άστο».
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος